
Στις ακτές της Σίκινου, στο ΄όμορφο αυτό νησί των Κυκλάδων,....
ζούσε ένα γουρουνάκι που το έλεγαν Πέτρο. Το γουρουνάκι είχε πολλούς φίλους και κα΄θε ένας από αυτούς είχε να διηγηθεί τη δικιά του ιστορία για το νησί και τα καμώματά τους. Ο Πέτρος βοηθούσε τους ψαράδες να καθαρίσουν τα δίχτυα τους από τα ψάρια και λάτρευε τη θάλασσα.


Η παραλία στον Άη - Γιώργη ήταν πολύ γνωστή και εκεί μαζί με τον Πέτρο, έκανε βόλτα και ο πιο καλός του φίλος ο Άρης, που ΄ήταν από τους πιο κομψούς σκύλους της περιοχής και τραγουδούσε κουνώντας την ουρά του...



Στην μια άκρη της παραλίας υπήρχε η αγαπημένη τους ταβέρνα, όπου μαζεύονταν και χάζευαν το κύμα και τον κόσμο που ξεφόρτωνε το άγχος του και τραγουδο΄ύσε μα΄ζί τους! Ήταν για αυτούς ένας μικρός παράδεισος με βότσαλα και ήλιο.
Το απόγευμα ο Πέτρος ανέβαινε στη χώρα να πιεί τη λεμονάδα του στη σκιά του "Ανέμελου", έτσι λεγόταν από τον κόσμο η παρέα εκεί. Και συναντούσε τη χαδιάρα Πόπη τη γατούλα με τα κοραλί μάτια και τα μπεζ αυτιά.




Το απομεσήμερο ανηφόριζε μαζί με την Πόπη μέχρι το μοναστήρι της Χρυσοπηγής για να αγναντέψει τη θέα του ήλιου που χανόταν στο μονοπάτι της θάλασσας.
Ο ορίζοντας πεντακάθαρος, διαυγής και μετά οι μόνες ψιχάλες που έρχονταν στα αυτιά τους και στη μουσούδα ήταν αυτές της αύρας της θάλασσας. Η θέα από τη Χρυσοπηγή ήταν μαγευτική και δεν ήθελαν να φύγουν πριν να γυρίσει το μαβί χρώμα στον ουρανό και το χρυσοκόκκινο στη θάλασσα.
Καθόντουσαν για ώρες στην άκρη του βράχου μέχρι να κυλήσει το βράδυ και να τους βρει εκεί η δροσιά του νυχτερινού μελτεμιού.
Το φεγγαράκι έστεκε να τους κοιτά και ο Πέτρος γύρευε να πιάσει την ουρά της Πόπης, να την πάρει αγκαλιά για να μπορέσει να τον πάρει ο ύπνος.

Και μέχρι να βγει ο πρώτος ήλιος της μέρας, ο Πέτρος και η Πόπη είχαν ήδη κατέβει στο σπίτι της κυρίας Ελένης για πρωινό.
Άκουγαν τους γλάρους κατεβαίνοντας στο σοκάκι με τις πολλές γλάστρες με τα γιασεμιά και τις βοκαμβίλιες.
Κάτι ψυθίριζε πάντα η Πόπη στις σκάλες ή μάλλον οι παρέες που γυρνούσαν μαζί τους από τη βραδινή βόλτα στη Χώρα.







Η κυρία Ελένη με τα άσπρα μαλλιά τους έφτιαχνε π΄άντα φρέσκο ψωμί στο φούρνο και τους φίλευε βυσινάδα για το δρόμο.



Ο Πέτρος αφού χαιρετούσε την Πόπη, την κυρία Ελένη και τον σκύλο της τον Φρίξο που ήταν ένα μαλλιαρό κανίς, κατέβαινε στην παραλία να γυρέψει τους ψαράδες και τις ομορφιές του βυθού.
