Περιβαλλοντική ομάδα παιδιών που συμμετείχε (με αλφαβητική σειρά):
Αθανασόπουλος Βασίλης
Αθανασοπούλου Μαρκέλα
Αλεξανδρόπουλος Χρήστος
Αλεξανδροπούλου Μαρία
Αλκαντάρα Νούνες Παναγιώτης
Αργυρόπουλος Νάσος
Βασιλόπουλος Παναγιώτης
Γεωργακόπουλος Δημήτρης
Γκιόκπαλι Γκουρέστι
Γριβοκωστόπουλος Γιώργος
Καλκαβούρα Διονυσία
Καλογεροπούλου Φένια
Κάπρα Νικολέτα
Καψιμάλη Παναγιώτα
Κράνγκα Νίκολας
Λυγγουνού Αγγελική
Μακρυγιάννη Χαρούλα
Μέμα Μελίνα
Μέμα Φλωρεσίτα
Μιχαλακόπουλος Ανδρέας
Μπάνεβα Αντώνης
Σάμπαλη Ελευθερία
Σάμπαλης Γεώργιος
Σαραντοπούλου Γεωργία
Σολάκου Τζόι
Στριμπάκος Γιώργος
Στριμπάκου Κωνσταντίνα
Σωτηρόπουλος Αθανάσιος
Ταουσάνι Αντιόλ
Χάρμπας Γιώργος
Χρονόπουλος Νίκος
Υπεύθυνοι εκπαιδευτικοί:
Χονδρογιάννη Μαρία
Χριστοπούλου Αντωνία

"Φίλοι καρδιακοί και αχώριστοι..."
Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν τόπο γεμάτο ελαιώνες που τον έλουζε καθημερινά ο ήλιος, γεννήθηκε ένας άνεμος!
Τη γέννησή του ακολούθησε μεγάλη γιορτή! Σε αυτήν τη γιορτή μαζί με όλη την οικογένεια των ανέμων γιόρτασαν και ο ήλιος, ο ουρανός, τα σύννεφα, η θάλασσα, τα δέντρα, τα λουλούδια, τα ζώα, τα πουλιά, αλλά και οι άνθρωποι! Γιατί ξέρετε, η γέννηση ενός ανέμου είναι μεγάλο γεγονός για ολόκληρη την πλάση. Οι άνεμοι είναι οι πνοές των Θεών και έχουν δύναμη μεγάλη, τόσο μεγάλη που αλλάζουν την ιστορία του κόσμου αν το θελήσουν!
Γιόρτασαν λοιπόν όλοι, μα πιο πολύ απ’ όλους γιόρτασε ένας μικρός ποταμός που έτρεχε εκεί κοντά με κατεύθυνση προς τη θάλασσα! Οι άνθρωποι είναι αλήθεια, πως δεν του έδιναν και μεγάλη σημασία, έτσι μικρός που ήταν. Μάλιστα για να καταλάβετε, δεν του είχαν δώσει καν όνομα! Ο μικρός ποταμός όμως, δεν κρατούσε κακία στους ανθρώπους που δεν τον εκτιμούσαν και τόσο. Είχε υπομονή και ένα ένστικτο που του έδινε τη σιγουριά πως θα ερχόταν και εκείνου η σειρά να πάρει όνομα και τότε οι άνθρωποι, θα του έδιναν το καλύτερο!
«Να μας ζήσει!!!», σκέφτηκε, λοιπόν, ο μικρός ποταμός μόλις γεννήθηκε ο άνεμος και κάτι δυνατό μέσα του του έλεγε πως οι δυο τους θα γίνονταν πολύ γρήγορα φίλοι, φίλοι καρδιακοί και αχώριστοι! «Να δεις παιχνίδια που έχουμε να κάνουμε μαζί, σαν μεγαλώσει λίγο!», ξανασκέφτηκε και κελάρυσε δυνατά, ενθουσιασμένος από τις σκέψεις που έκανε για το μέλλον τους!
Και έτσι και έγινε! Γρήγορα οι δυο τους γνωρίστηκαν και άρχισαν να κάνουν παρέα και κάθε μέρα που περνούσε δυνάμωνε όλο και πιο πολύ η σχέση τους, μέχρι που οι δυο τους έγιναν φίλοι, φίλοι καρδιακοί και αχώριστοι!
Θα ήταν το πολύ 5-6 ετών ο μικρός άνεμος, όταν ένα πρωινό εκεί πάνω στο παιχνίδι που είχαν στήσει με τον ποταμό, μια ηλιαχτίδα του ήλιου άστραψε με νόημα –σαν κάτι να ήθελε να τους πει– εκεί κοντά, πάνω σε μια μικρή ελίτσα στην ηλικία του περίπου.
Ο μικρός άνεμος έτρεξε γρήγορα προς το μέρος που ακουμπούσε η ηλιαχτίδα και μόλις αντίκρισε την ελίτσα, σαν να έχασε για λίγο την πνοή του. «Είναι τόσο όμορφη!» σκέφτηκε, κι εκείνη, σαν να διάβασε τη σκέψη του, αμέσως του χαμογέλασε!
- «Πώς σε λένε άνεμε;» τον ρώτησε η μικρή ελίτσα με θάρρος.
- «Εεε... με λένε Καρτελά», απάντησε εκείνος, κάπως σαστισμένος είναι αλήθεια.
- «Καρτελά, τι όνομα είναι αυτό, κάπως παράξενο νομίζω!», είπε η ελίτσα φανερώνοντας την έκπληξή της στον άνεμο.
- «Αλήθεια παράξενο το όνομά μου, όμως σπουδαίο!» απάντησε αυτήν τη φορά με τόλμη ο μικρός άνεμος. «Οι άνθρωποι μου έχουν δώσει το όνομα του στρατηγού Καρτελά. Ο Καρτελάς ήταν από τους σημαντικότερους στρατηγούς του σοφού βασιλιά Νέστορα και είχε νικήσει σε πολλές μάχες, εδώ σ΄αυτόν τον τόπο! Εσένα, πώς σε λένε;».
- «Εμένα με λένε Ζωή και πριν με ρωτήσεις, να σου πω, πως και το δικό μου όνομα είναι σπουδαίο. Είναι σπουδαίο και συμβολικό, γιατί οι άνθρωποι μου το ΄δωσαν αναγνωρίζοντας την αξία μου στη ζωή τους. Συγκεκριμένα, μου το ‘δωσαν οι κάτοικοι του γειτονικού χωριού, γιατί με τους καρπούς των ελαιόδεντρων της οικογένειάς μου, αλλά και τους καρπούς των δέντρων που ζουν στους διπλανούς ελαιώνες, έχουν φαγητό και έτσι μεγαλώνουν τα παιδιά τους.»
- «Υπάρχει χωριό στη γειτονιά μας;», ρώτησε με έκπληξη ο άνεμος, που ο δρόμος του μέχρι τώρα δεν είχε τύχει να περάσει από εκεί και να το δει.
- «Βέβαια», του απάντησε η Ζωή. «Βρίσκεται, δυο γρήγορα φυσήματά σου, αμέσως μετά τον φίλο σου τον ποταμό, που σας ακούω κάθε μέρα να στήνετε μαζί παιχνίδι και σας χαίρομαι τόσο πολύ! Χαίρομαι τη φιλία σας, την παρέα σας και κυρίως τις κουβέντες σας! Ξέρεις έχω κι εγώ μια όμορφη και ζηλευτή παρέα, που όμως δεν μπορώ να κουβεντιάζω μαζί της!»
«Είναι τα παιδιά του γειτονικού χωριού, που λέγαμε. Κάθε απόγευμα έρχονται και στήνουν τέτοιο παιχνίδι γύρω μου! Και όχι μόνο αυτό, αλλά μου μαθαίνουν και πράγματα. Ό,τι μαθαίνουν στο σχολείο έρχονται και μου το λένε. Μου λένε και τα μυστικά τους ακόμη! Μου λένε και τα όνειρα τους!»
«Kαμιά φορά σκέφτομαι πως θα ’θελα να τους μιλήσω κι εγώ, μα δεν πρέπει! Όπως γνωρίζεις, οι Θεοί δε θέλουν να μιλάμε εμείς τα δέντρα, τα λουλούδια, οι άνεμοι, τα ποτάμια με ανθρώπινη λαλιά στους ανθρώπους. Θέλουν να αφήνουμε τους ανθρώπους ελεύθερους, να επιλέγουν αν θέλουν να μας προστατεύουν ή αν θέλουν να μας καταστρέφουν. Να καταλάβουν μόνοι τους την αξία που έχουμε στη ζωή τους!»
- «Νομίζω θα γίνεις σοφή μεγαλώνοντας», είπε τη σκέψη του φωναχτά ο Καρτελάς στη Ζωή και εκείνη του χαμογέλασε και πάλι. «Λοιπόν», συνέχισε γρήγορα ο Καρτελάς «θα σου κάνω μια πρόταση. Μιας και σου αρέσει τόσο η παρέα και οι κουβέντες που κάνω με τον φίλο μου τον ποταμό, τι λες να μπεις κι εσύ στην παρέα μας;»
- «Θα είναι μεγάλη μου χαρά!», απάντησε η ελίτσα εμφανώς ενθουσιασμένη. «’Όμως, είσαι σίγουρος πως θα συμφωνήσει και θα χαρεί και ο φίλος σου ο ποταμός; Θα θέλει την παρέα μου;»
- «Είμαι απόλυτα βέβαιος!», απάντησε ο Καρτελάς και της έκλεισε το μάτι. Έτσι, όπως κάνουν δυο καλοί φίλοι όταν θέλουν να δείξουν ο ένας στον άλλο πως τίποτα δεν πρέπει να τους ανησυχεί και πως όλα θα πάνε τέλεια!
... και έτσι και έγινε! Όλα πήγαν τέλεια και οι τρεις τους έγιναν φίλοι, φίλοι καρδιακοί και αχώριστοι και ορκίστηκαν πως για το υπόλοιπο της ζωής τους, που θα ήταν για όλους μεγάααααααλο, ό,τι κι αν συμβεί, θα προστατεύουν ο ένας τον άλλο!
Έφτασε όμως μια μέρα, από εκείνες που κανείς ποτέ δεν θέλει να φέρνει στη μνήμη του, όταν ξέσπασε μια φοβερή πυρκαγιά στον τόπο του παραμυθιού μας. Οι άνθρωποι κατάλαβαν γρήγορα πως οι ελαιώνες του τόπου τους κινδύνευαν και μαζί κινδύνευε και η συνέχεια της ζωής τους, μιας και χωρίς καρπούς, πώς θα ζούσαν και το πιο σημαντικό, πώς θα μεγάλωναν τα παιδιά τους; Κάτι έπρεπε να κάνουν γρήγορα, κάτι που θα τους έσωζε τη ζωή!
Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, οι άνθρωποι εκτίμησαν την αξία του μικρού ποταμού στη ζωή τους –αυτόν που είχαν αφήσει χωρίς όνομα τόσο καιρό– και έτρεξαν γρήγορα για βοήθεια σε αυτόν. Ο ποταμός χωρίς δεύτερη σκέψη, συμμάχησε με τους ανθρώπους και αποφάσισε να τους δώσει όσο νερό χρειαστούν! Θα έκανε ό,τι μπορούσε! Πώς ήταν δυνατόν, άλλωστε, να αφήσει απροστάτευτη τη μικρή ελίτσα, τη Ζωή, την καρδιακή του φίλη που τώρα κινδύνευε; ‘Έτσι γρήγορα όλοι μαζί, ξεκίνησαν μια αποφασιστική μάχη με τη φωτιά!
Δυστυχώς, όμως ο αγώνας με τη φωτιά ήταν άνισος και η φωτιά όλο και δυνάμωνε. Ώσπου έφτασε η στιγμή που οι άνθρωποι είδαν τους περισσότερους ελαιώνες να καίγονται, χωρίς οι ίδιοι να μπορούν να κάνουν πια τίποτα. Ανήμποροι έβλεπαν, όσο πέρναγε η ώρα, πως έχαναν πια ολοκληρωτικά τον πόλεμο, μιας και ο μοναδικός ελαιώνας που έμενε ακόμη ζωντανός, ήταν αυτός της οικογένειας της Ζωής. Όσο για τη Ζωή... δεν ήξερε τι να κάνει! Έβλεπε τη φωτιά να πλησιάζει, χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα η ίδια για να σωθεί και να σώσει την οικογένειά της και τους φίλους της! Τελευταία της ελπίδα ήταν πια μόνο οι Θεοί. Αν έστελναν τις πνοές τους, τους ανέμους για βοήθεια, τότε ίσως να άλλαζε το τέλος της ιστορίας...
Μα πού ήταν ο φίλος της ο άνεμος; Ο καρδιακός και αχώριστος φίλος της. Γιατί δεν ήταν εκεί να την προστατέψει; Η Ζωή ήταν φίλη του και οι δυο τους μαζί με τον μικρό ποταμό είχαν ορκιστεί πως ό,τι κι αν γίνει θα προστατεύουν ο ένας τον άλλο!
Ο Καρτελάς, όμως, βρισκόταν σε μια γιορτή για τη γέννηση ενός ξαδερφού του λίγο πιο μακριά, όταν ξαφνικά, ο ήλιος σκοτείνιασε από ένα πυκνό σύννεφο καπνού που μπήκε μπροστά του και τον έκρυψε. Κι εκεί πάνω στη γιορτή και ενώ κανείς μέχρι τότε δεν είχε καταλάβει το παραμικρό, ο Καρτελάς μόλις είδε το σύννεφο καπνού κατάλαβε πως κάτι κακό είχε συμβεί και ένιωσε –έτσι όπως μπορούν να νιώθουν μόνο οι φίλοι οι καρδιακοί– πως η φίλη του η Ζωή κινδύνευε!
- «Γρήγορα», φώναξε στην οικογένειά του. «Κάτι καταστροφικό συμβαίνει! Νιώθω πως κινδυνεύει η φίλη μου η Ζωή. Όμως εμείς είμαστε άνεμοι! Και οι άνεμοι μπορούν να αλλάξουν την ιστορία του κόσμου αν το θελήσουν, έτσι δε μου έχετε πει; Νομίζω, λοιπόν, πως αυτή είναι μια τέτοια στιγμή. Μια στιγμή μέσα στο χρόνο που εμείς πρέπει να επέμβουμε και να αλλάξουμε την ιστορία!»
…και ξεχύθηκαν οι άνεμοι με ταχύτητα που δεν την πιάνει ανθρώπινος νους και βρέθηκαν στον τόπο της καταστροφής, ακριβώς την ώρα που οι άνθρωποι παραδομένοι, έκαναν προσευχή στους Θεούς να τους λυπηθούν και να τους βοηθήσουν να σώσουν τον τελευταίο ελαιώνα που τους απέμεινε …
- «Εμπρός φυσάτε τη φωτιά μακριά» φώναξε ο Καρτελάς δυνατά, με μια φωνή γεμάτη αποφασιστικότητα.
«Εμπρός, όλοι μαζί, σπρώξτε τη φωτιά με την ανάσα σας προς τον ποταμό και από εκεί με τη βοήθεια και του φίλου μου του ποταμού, ακολουθήστε την πορεία του και σβήστε τη στη θάλασσα».
Χρειάστηκαν μόνο λίγα λεπτά μέχρι οι άνεμοι, με πρώτο τον Καρτελά, να σπρώξουν με το φύσημά τους τη φοβερή φωτιά προς τον ποταμό και μετά προς τη θάλασσα, καταφέρνοντας να σώσουν τον τελευταίο ελαιώνα και μαζί με αυτόν και τη Ζωή με την οικογένειά της.
Έτσι, έσωσαν τις ζωές των κατοίκων του χωριού που, έστω και φτωχικά στην αρχή, θα μπορούσαν να ζήσουν από τους καρπούς του ελαιώνα που σώθηκε, μέχρι να καταφέρουν να δημιουργήσουν ξανά και τους υπόλοιπους, εκείνους που κατέστρεψε η τρομερή πυρκαγιά!
Οι άνθρωποι στις δύσκολες μέρες που ακολούθησαν δεν το έβαλαν κάτω. Φύτεψαν ξανά με νέα ελαιόδεντρα την καμένη γη, προσπάθησαν πολύ και τα κατάφεραν να συνεχίσουν τη ζωή τους. Και ποτέ δεν ξέχασαν τους τρεις φίλους και το παράδειγμα της φιλίας τους! Μάλιστα έδωσαν και όνομα πια στον μικρό ποταμό, που ήταν το ίδιο με αυτό του μικρού ανέμου.
Καρτελάς λοιπόν και το όνομα του ποταμού, όπως του φίλου του, του ανέμου! Κοινό όνομα, όπως κοινός ήταν και ο αγώνας τους τότε να σώσουν τη μικρή ελιά, τη φίλη τους τη Ζωή από την καταστροφή και μαζί με αυτήν και τους ανθρώπους του τόπου!
Πέρασαν αιώνες από τότε και οι τρεις φίλοι, είναι ακόμη εκεί μαζί σε αυτόν τον τόπο. Σε εκείνον τον τόπο που τώρα λέγεται Καρτελάς Κυπαρισσίας και είναι γεμάτος ελαιώνες! Και είναι ακόμη φίλοι, φίλοι καρδιακοί και αχώριστοι όπως τότε, ορκισμένοι ακόμη να προστατέψουν, αν χρειαστεί, ξανά ο ένας τον άλλο...
΄Ευχαριστούμε για την πολύτιμη βοήθειά της την αγαπημένη φίλη Κατερίνα (Κατερίνα Χριστοπούλου) και τους φίλους Γιάννη, Νίκο και Χριστίνα.
Και βέβαια, ευχαριστούμε τον κ. Θανάση Πετρόπουλο, ιδιοκτήτη του ελαιώνα, όπου ζει ακόμη και σήμερα η Ζωή μαζί με τους φίλους της, τον άνεμο και τον ποταμό...
...στο επανιδείν!
