Υπεύθυνες Εκπαιδευτικοί:
-Αρταβάνη Αλεξάνδρα
-Σιλιόγκα Σπυριδούλα


Ιστορία #1
Μια φορά και έναν καιρό ήταν δύο παιδάκια, ο Σπύρος και η Γλύκη που ήταν ντυμένα με ζεστά χειμωνιάτικα ρούχα. Τους άρεσε πολύ το χιόνι και βγήκαν έξω να παίξουν, έκαναν πατινάζ στον πάγο έφτιαξαν έναν χιονάνθρωπο: έφτιαξαν τρεις μπάλες, μια μεγάλη για τα πόδια, μία μεσαία για το
σώμα και μία μικρή για το κεφάλι, έβαλαν ένα καρότο για μύτη, τέσσερις πέτρες για στόμα, δύο κουκουνάρια για μάτια, ένα μαύρο καπέλο ψηλό και μεγάλο και ένα κόκκινο κασκόλ. Τα χέρια του ήταν φτιαγμένα από κλαδιά, είχε τρία μαύρα κουμπιά στη μπλούζα του και τον ονόμασαν Όλαφ. Ξαφνικά έγινε μαγεία και ο χιονάνθρωπος Όλαφ ζωντάνεψε. ΄Άρχισε να περπατάει και να παίζει χιονοπόλεμο με τα παιδιά! Τα σύννεφα έβλεπαν το χιονοπόλεμο από ψηλά και ήταν πολύ χαρούμενα και είχαν ένα τεράστιο χαμόγελο. Η Γλύκη, επειδή κρύωνε ο χιονάνθρωπος του έδωσε τα γάντια της. Έπαιξαν για πολλή ώρα. Μετά ήρθε η Άνοιξη. Έλιωσε ο χιονάνθρωπος και τα παιδιά πολύ στενοχωρήθηκαν. Έμειναν μόνο τα μάτια, το στόμα, τα χέρια, το καπέλο και το κασκόλ. Τα πήραν και τα φύλαξαν στο σπίτι, τα έβαλαν στον τοίχο και ζωγράφισαν έναν καινούργιο χιονάνθρωπο, για να τον θυμούνται! Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Ιστορία #2
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα γλυκό σκιουράκι, που είχε γούνα καφέ και η ουρά του ήταν πολύ φουντωτή. Το σκιουράκι μας το έλεγαν Τσίκι Μπλου.
Είναι λίγο χαρούμενος, γιατί είχε μαζέψει τέσσερα βελανίδια και λίγο στενοχωρημένος, γιατί έρχεται ο χειμώνας και δεν θα μπορεί να παίζει με τους φίλους του τα άλλα σκιουράκια. Μπροστά του βλέπει ένα δέντρο, που δεν έχει κανένα φύλλο στα κλαδιά του και στενοχωριέται γιατί δεν έχει επάνω του πολλά βελανίδια και φοβάται ότι θα πεινάσει το χειμώνα . Εκεί που κοίταζε το δέντρο, εμφανίστηκε μια έκπληξη. Στο δέντρο ήταν μια μεγάλη τρύπα, που δεν φαινόταν και ήταν γεμάτη βελανίδια. Φώναξε τότε τους φίλους του, τα άλλα σκιουράκια, μοιράστηκαν τα βελανίδια και έκαναν τρελούς χορούς. Αγκαλιάστηκαν και χαιρέτησε ο ένας τον άλλο. Μετά από λίγες μέρες, ήρθε ο χειμώνας, έριξε χιόνι και ο Τσίκι Μπλου έμεινε στη φωλιά του μέχρι να έρθει η άνοιξη. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Ιστορία #3
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας πιγκουίνος που τον έλεγαν Πιγκουίνο Πιγκουινάκη και ζούσε στον Βόρειο Πόλο. Φοράει ωραία και ζεστά ρούχα για να μην κρυώνει: ένα σκουφάκι , ένα κασκόλ και πολύχρωμα ρούχα. Μπροστά του έχει μια μεγάλη τσάντα και ετοιμάζεται να πάει για ψάρεμα. Ο Πιγκουίνος Πιγκουινάκης άνοιξε τρύπα στο χιόνι και ψάρεψε για την οικογένειά του, δηλαδή τη γυναίκα του Μπερλίνα και τα πέντε του παιδιά τον Πιγκουινάκο , τον Τίκη, τον Ντάκη, τον Πίγκη και τον Στρουμφάκη.
Πρώτα πρώτα ψάρεψε μια μπότα καφέ, που ήταν ενός κλέφτη, που τον έπιασαν στα πράσα και δεν κατάφερε να πάρει τα ψάρια και να φύγει. Στη συνέχεια, ρίχνοντας το αγκίστρι του πιάνει μια μπλούζα μαύρη, που ήταν και αυτή του κλέφτη και αποφασίζει να την καθαρίσει, για να την κάνει κουβέρτα για τα πιγκουινάκια του , για να μην κρυώνουν και είναι τόσο μεγάλη που θα καταφέρει να φτιάξει και ένα μαξιλάρι! Στην επόμενη ψαριά, βγάζει ένα καπέλο… είναι ο κόκκινος σκούφος του Άγιου Βασίλη και αποφασίζει να τον φορέσει, για να ζεσταθεί το κεφαλάκι του. Ξαναρίχνει το αγκίστρι του και επιτέλους ψαρεύει ένα ψάρι που ήταν πολύ πολύ μεγάλο και ένα μικρούλη, που ήταν το μωρό του. Τα έβαλε και τα δύο στο καλάθι του και ξεκίνησε για το σπίτι του. Επιστρέφει στο σπίτι και έδωσε στα παιδιά του τα ψάρια. Το μεγάλο ψάρι το μοιράστηκε όλη η οικογένεια. Το μικρό ψαράκι αποφάσισαν να το ξαναρίξουν στη θάλασσα , κάτω από τον πάγο. Περάσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!
