

Η ομορφότερη εποχή του χρόνου πλησίαζε και στον Βόρειο Πόλο είχε σημάνει συναγερμός. Τα ξωτικά έφτιαχναν δώρα χωρίς να σηκώνουν κεφάλι και οι ταχυδρόμοι ήταν όλο πήγαινε έλα, φορτωμένοι σάκους. Όλα είχαν καθυστερήσει αυτή τη χρονιά. Υλικά, γράμματα, φιόγκοι, τα πάντα!
Για όλο τον κόσμο η χρονιά ήταν γεμάτη μάσκες, αντισηπτικά και δυσκολίες. Τα διάβαζε ο άι Βασίλης στα γράμματα των παιδιών και δεν μπορούσε να του βγει κανένα από εκείνα τα χαρούμενα «Χο! Χο!» του. Ένιωθε πως αυτές οι γιορτές έπρεπε να είναι πιο φωτεινές από κάθε άλλη φορά.
«Ο κόσμος έχει ανάγκη τη μαγεία των Χριστουγέννων» σκεφτόταν και δούλευε πυρετωδώς. Και κυριολεκτούμε όταν λέμε πυρετωδώς γιατί ο άι Βασίλης, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, αρρώστησε! Κανείς δεν κατάλαβε τι έγινε, πώς έγινε και κυρίως ποιος τον κόλλησε. Η αλήθεια, όμως, ήταν μία: Ο άι Βασίλης ήταν άρωστος κι έπρεπε να μπει σε καραντίνα!
Ο γιατρός ήρθε φορώντας τη μάσκα του, τον εξέτασε, του έκανε τα τεστ που έπρεπε κι αποφάσισε πως μέχρι την Πρωτοχρονιά δε θα έπρεπε να βγει από το σπίτι του.


«Ελπίζω τα μελομακάρονα που τρως όλο το χρόνο να μη μας δημιουργήσουν υποκείμενα νοσήματα και επιπλοκές. Να είσαι προσεκτικός και θα γιάνεις!» Συμβούλεψε και έφυγε, απολυμαίνοντας καλού κακού τα χέρια του πάνω από τα γάντια που φορούσε.
Βαβούρα επικράτησε στο εργαστήρι τι θα γινόταν τώρα; Ποιος θα μοίραζε τα δώρα
στα παιδιά;
«Να το κάνουν οι τάρανδοι!» είπαν τα ξωτικά. «Μα δε ξέρουμε το δρομο. Ο άι Βασίλης μας τον δείχνει κάθε χρόνο. Κι είναι καιρός να το παραδεχτούμε δεν έχουμε καθόλου προσανατολισμό! «Να το κάνουν τα ξωτικά!» είπαν οι τάρανδοι.


«Εγώ έχω υψοφοβία!» δήλωσε ο Αλάμπαστερ, ο ένας από τους έξι ξωτικο-βοηθούς του άι Βασίλη.
«Εγώ έχω υποσχεθεί στη γυναίκα μου να την πάω διακοπές!» δικαιολογήθηκε ο Σάινι.
«Μη με κοιτάτε, εγώ έχω αλλεργία στους ταράνδους!» φτερνίστηκε ο Πέππερ.
«Εγώ έχω παχύνει τελευταία, δε θα χωράω στις καμινάδες. Θα φρακάρω και πάνε τα Χριστούγεννα!» εξομολογήθηκε ο Έβεργκριν.
«Κι εγώ πρέπει να φροντίσω τον άι Βασίλη. Ποιος θα του φτιάξει σούπα, τώρα που είναι άρρωστος;» αρνήθηκε η Μαίρη Κρίστμας.
Όσο για τον Γουόνορς, τον έκτο ξωτικο-βοηθό, ένα απότομο φτέρνισμα τον είχε κάνει να μπει από μόνος του σε καραντίνα. Τόση τρομάρα είχε πάρει με την αρρώστια του άι Βασίλη.
Αδι΄έξοδο! Τάρανδοι και ξωτικά είχαν πελαγώσει. Τα Χριστούγεννα κινδ΄ύνευαν. Κάποιος έπρεπε να τα σώσει!
Μα πώς;
Η Αλεξάδρα ένα κοριτσάκι 9 χρονών, περνούσε τυχαία έξω από το σπίτι του άι Βασίλη, άκουσε τη συζήτηση των ξωτικών και σκέφτηκε:
«Αν ο Άγιος Βασίλης δεν μπορέσει να περάσει από κάθε σπίτι, τότε κανένα παιδί δεν θα πάρει το δώρο του!». Αυτές οι σκέψεις τριγυρνούσαν στο μυαλό της όση ώρα καθόταν στο παγκάκι προβληματισμένη.
Εκείνη τη στιγμή βγήκε η Μαίρη Κρίστμας από το σπίτι του άι Βασίλη επειδή δεν άντεχε άλλο να ακούει όλη αυτή τη βαβούρα!
Η Αλεξάνδρα την είδε, την πλησίασε και τη ρώτησε αν όλα αυτά που άκουσε ήταν πράγματι αλήθεια. Η Μαίρη Κρίστμας κούνησε καταφατικά το κεφάλι και η Αλεξάνδρα στενοχωρήθηκε πάρα πολύ. Ξαφνικά ήρθε μια ιδέα στη Μαίρη Κρίστμας και αμέσως τη μοιράστηκε με την Αλεξάνδρα.
«Μπορείς να έρθεις στις 00:00 ακριβώς, την ώρα που όλα μπορούν να συμβούν και να μοιράσεις εσύ τα δώρα στα παιδιά» της είπε.
Ξαφνιασμένη η Αλεξάνδρα ρώτησε: «Εγώ;»
«Θα σου δώσω και το χάρτη», είπε η Μαίρη Κρίστμας.
Η Αλεξάνδρα χωρίς δεύτερη σκέψη φώναξε με ενθουσιασμό ότι συμφωνεί. Πήγε αμέσως στο σπίτι της έκανε ένα μπάνιο, ντύθηκε, έφαγε, και καληνύχτισε τους γονείς της. Όταν εκείνοι έκπληκτοι την είδαν να φεύγει, την ρώτησαν που πάει και εκείνη απάντησε πως έχει προκύψει ένα μεγάλο θέμα και θα τους εξηγούσε αναλυτικά το πρωί. Δε πρόλαβε να τελειώσει την πρόταση της κι είχε ήδη κλείσει πίσω της την πόρτα.

Η νύχτα ήταν ήσυχη, είχε τσουχτερό κρύο, ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια και ήταν έντονη η μυρωδιά από τα αναμμένα τζάκια. Είχε κάτι το διαφορετικό η αποψινή νύχτα… Όταν έφτασε έξω από το σπίτι του άι Βασίλη είδε το έλκηθρο με τους ταράνδους. Η Μαίρη Κρίστμας την περίμενε εκεί και της έδωσε το χάρτη που θα την καθοδηγούσε, την βοήθησε να ανέβει στο έλκηθρο και της ευχήθηκε καλή επιτυχία. Η Αλεξάνδρα την ευχαρίστησε και ξεκίνησε νομίζοντας ότι ζούσε ένα όνειρο!

Η πρώτη της στάση ήταν σε ένα σπίτι βαθιά μέσα στο δάσος, όπου εκεί ζούσε ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Ειρήνη, ήταν 7 χρονών και είχε ζητήσει ένα φούξια αρκουδάκι.
Η επόμενη στάση ήταν σε ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα, όπου εκεί την περίμενε ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Αγάπη και στο γράμμα της το μόνο που ζητούσε ήταν να είναι καλά όλος ο κόσμος. Κι έτσι ταξιδεύοντας από σπίτι σε σπίτι πέρασε εκείνο το βράδυ μοιράζοντας δώρα.


Η ώρα ήταν 6:00 το πρωί όταν η Αλεξάνδρα προσγειώθηκε έξω από το σπίτι του άι Βασίλη. Η Μαίρη Κρίστμας της είπε ότι την περίμενε με ανυπομονησία και δεν είχε κοιμηθεί καθόλου όλο το βράδυ. «Πέρασα τέλεια!», είπε η Αλεξάνδρα χαμογελώντας.



Η Μαίρη Κρίστμας την ευχαρίστησε γιατί χάρη σε εκείνη όλα τα παιδιά πήραν τα δώρα τους και φέτος και της έδωσε ένα μικρό αλλά λαμπερό, κόκκινο κουδουνάκι και της είπε πως αυτό ήταν από τον ίδιο τον άι Βασίλη. Το έδινε στους βοηθούς του κάθε χρόνο και τους έφερνε τύχη.



Η Αλεξάνδρα επέστρεψε γρήγορα σπίτι της και αφηγήθηκε όλη την ιστορία στη μαμά της, όπως της είχε υποσχεθεί. Ήταν τόσο κουρασμένη που έβαλε τις πιτζάμες της κι έπεσε για ύπνο κρατώντας το κουδουνάκι στα χέρια της, έχοντας στο μυαλό της όλη αυτή τη μαγική περιπέτεια που είχε ζήσει εκείνο το βράδυ...




Ένα μεγάλο ευχαριστώ που μου δόθηκε η ευκαιρία να ολοκληρώσω αυτό το υπέροχο παραμύθι που η αρχή έγινε από τους συγγραφείς Στεύη Τσούτση & Αντώνη Κοντάκη.
