...από τη συγγραφική ομάδα του 1ου Δημοτικού Σχολείου Άργους Ορεστικού
σχολικό έτος 2021 - 2022


Φλεβάρης 2017
Αγαπημένο μου ημερολόγιο
Γίνεται μέσα σε μια μέρα το άσπρο να γίνει μαύρο;
Η λιακάδα να γίνει μπόρα;
Η χαρά να γίνει στεναγμός;
Κι όμως αγαπημένο μου ημερολόγιο. Κι όμως…

Σηκώθηκα διστακτικά αλλά με μια μεγάλη χαρά κρυμμένη στα μάτια μου. Οι πεταλούδες άρχισαν να φτερουγίζουν στο στομάχι μου και να στήνουν έναν τρελό χορό! Δεν το περίμενα. Καθώς πήγαινα να πάρω το βραβείο μου ένιωσα πάνω μου κάποια βλέμματα ειρωνικά και περίεργα. Σίγουρα ήταν του Μηνά και της παρέας του. Ποτέ δεν με είδαν με καλό μάτι και δεν χάνουν την ευκαιρία κάθε φορά που με συναντούν να με κοροϊδεύουν. Δεν το περίμενα αυτό όπως και άλλοι δεν το περίμεναν από μένα. Πήρα το βραβείο με τρεμάμενα χέρια και ανυπομονούσα να πάω στο σπίτι να πω τα νέα στη μαμά και στο μπαμπά.


Κατά τη διάρκεια της διαδρομής η μια σκέψη διαδεχόταν την άλλη.
Ποτέ δεν του άρεσε καμιά μου ζωγραφιά. Συνέχεια μου έρχεται στο μυαλό η φωνή του: « Είσαι ένας τεμπέλης και άχρηστος!»
΄Οσο πλησίαζα στο σπίτι η αγωνία μου ολοένα και μεγάλωνε.
Για πότε έφτασα ούτε καν το κατάλαβα. Ανέβηκα με βαριά βήματα τα τρία σκαλάκια του σπιτιού.
Ο λίγος ενθουσιασμός όμως που υπήρχε με μιας εξαφανίστηκε όταν άκουσα φωνές έξω από την πόρτα. Διστακτικά την άνοιξα. Ο πατέρας μου και η μητέρα φαίνονταν αναστατωμένοι. Το άγριο βλέμμα του πατέρα μου έπεσε πάνω μου.
Το έδαφος χάθηκε κάτω από τα πόδια μου. Έφυγα βιαστικά και πήγα στο κρησφύγετό μου. Χώθηκα κάτω από το κρεβάτι. Μόνο εκεί ένιωθα ασφάλεια. Ήταν το μυστικό μου μέρος. Κάθε φορά που αισθανόμουν μόνος εκεί κρυβόμουν. Κάθε φορά που άκουγα τη φράση «είσαι άχρηστος» εκεί κρυβόμουν κι αναρωτιόμουν γιατί. Απανωτά δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια μου, να καίνε τα μαγουλάκια μου και ένα πελώριο γιατί στροβιλίζονταν στο κεφάλι μου.

Τελικά ο λίγος καιρός έγινε περισσότερος. Πέρασαν ώρες, μέρες, βδομάδες και ο πατέρας μου άφαντος. Περίμενα κάθε φορά που γύριζα από το σχολείο να τον δω. Δεν με ένοιαζε αν θα με μάλωνε πάλι, ούτε και αν δεν θα μου μιλούσε. Αρκεί που θα τον έβλεπα.
Οι μέρες περνούσαν και κατάλαβα πως είχε φύγει οριστικά.

3 Μαρτίου 2017
Αγαπημένο μου ημερολόγιο…
Όλο το βράδυ είχα μια έντονη ανησυχία. Κάτι περίεργοι ψίθυροι με ανάγκασαν να σηκωθώ από το κρεβάτι. Μάλλον η μαμά μου μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον . Λες να ήταν ο μπαμπάς; Οι πεταλούδες ξαναξεθάρρεψαν!
Βγήκα από το δωμάτιό μου με διστακτικά βήματα και την πλησίασα. Μόλις με είδε έκλεισε το τηλέφωνο, με πήρε στην αγκαλιά της και μου είπε:




Αγόρι μου όπως κατάλαβες ο πατέρας σου δεν θα ξαναγυρίσει στο σπίτι. Ίσως τελικά να είναι καλύτερα έτσι. Γι’ αυτό λοιπόν μίλησα με τον παππού στο χωριό και μου πρότεινε να πάμε να μείνουμε μαζί του για λίγο διάστημα μέχρι να μπορέσουμε να σταθούμε στα πόδια μας. Άλλωστε και αυτός έχει ανάγκη από λίγη συντροφιά αφού η γιαγιά έχει φύγει κι έγινε αστέρι στον ουρανό.
Το νέο έπεσε σαν κεραυνός στην ψυχή μου. Όχι δεν θέλω να φύγω από δω! Φοβάμαι να πάω εκεί. Δεν ξέρω κανέναν! Ούτε καν τον παππού μου δεν θυμάμαι καλά καλά. Θα με θέλει άραγε; Πώς θα αφήσω το φίλο μου; Πώς θα είναι τα παιδιά στο νέο μου σχολείο; Όχι δεν θέλω να πάω! Δε θέλω να είμαι ξένος ανάμεσα σε ξένους!
Μπορώ όμως να κάνω αλλιώς;
5 Μαρτίου 2017
Ολόκληρο νοικοκυριό μαζέψαμε τελικά. Τα ρούχα μου σε μια βαλιτσούλα, τα παιχνίδια και τα βιβλία μου σε ένα σακίδιο. Τα υπόλοιπα τα πακετάραμε σε κούτες. Τα φορτώσαμε στο λεωφορείο και ξεκινήσαμε για το χωριό .
Ποτέ αγαπημένο μου ημερολόγιο δεν είχα ξαναπάει στο χωριό του παππού μου. Πάντα άκουγα ιστορίες από τη μαμά για το σπίτι στο χωριό, τη μεγάλη αυλή, τη φλαμουριά με την ξύλινη κούνια, το λοφάκι που ανέβαινε με τους φίλους της για παιχνίδι όταν ήταν μικρή.
Θα δεις! Θα σου αρέσει πολύ εκεί Ισίδωρε. Θα έχεις το δικό σου δωμάτιο, αυλή για να παίζεις, καινούριο σχολείο, τον παππού, θα κάνεις καινούριους φίλους…
- Φίλους; Μα εγώ δεν γνωρίζω κανένα εκεί. Θα είμαι μόνος μου! Κανείς δεν θα με θέλει εκεί όπως ούτε κι εδώ. Φοβάμαι μαμά!
- Μη φοβάσαι παλικαράκι μου. Κάθε αρχή είναι δύσκολη. Όμως να δεις που όλα θα πάνε καλά. Θα είμαι εγώ πάντα δίπλα σου.
-Και αν εκεί δεν θα με πλησιάζει κανένα παιδί; Και αν μου φερθούν άσχημα;
Γιατί να σου φερθούν άσχημα; Τα παιδιά στο χωριό να δεις που θα σε αγκαλιάσουν και θα σε αγαπήσουν.
Τα λόγια της δεν με ησύχασαν καθόλου, όσο κι αν προσπάθησαν. Όλα μου φαίνονται βουνό! Γιατί να πρέπει να μετακομίσουμε; Γιατί να πρέπει να αρχίσουμε και πάλι από την αρχή;
Το ταξίδι μου φάνηκε ατέλειωτο.

6 Μαρτίου
Αγαπημένο μου ημερολόγιο…
Πρώτη μέρα στο χωριό.
Όλες αυτές οι σκέψεις που με βασάνιζαν, αμέσως σβήστηκαν από το μυαλό μου μόλις αντίκρισα τον παππού Γεράσιμο. Μόνο όταν είδα το χαμόγελό του και τα τρεμάμενα χέρια του που περίμεναν να μ΄αγκαλιάσουν αισθάνθηκα κάπως σίγουρος και ένιωσα ηρεμία. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως γίνεται όλο το άγχος μου να καταφέρει να το διαγράψει με μιας από το πρόσωπό μου μονάχα με το βλέμμα του.


Έτσι αποκαλούσε ο παππούς μου τα δέντρα του, αυτά που ο ίδιος είχε φυτέψει.





Έτρεξα κάτω από το παραθύρι, άνοιξα μια μικρή λακουβίτσα με τα χέρια μου, έβαλα μέσα απαλά το σποράκι, το σκέπασα γλυκά με λίγο χωματάκι και το πότισα. Έστρεψα τα μάτια μου στον ουρανό, τα έκλεισα και έμεινα εκεί για κάμποση ώρα.
-Θεέ μου σε παρακαλώ στείλε ξανά τον πατέρα μου κοντά μου. Υπόσχομαι να μην στεναχωρήσω ποτέ ξανά και βοήθησέ μας εμένα και τη μανούλα μου να κάνουμε μια καινούρια αρχή εδώ.
Μόλις τα άνοιξα ένα δάκρυ κύλησε και έπεσε εκεί που κοιμόταν ο σπόρος.




10 Μαρτίου
Αγαπημένο μου ημερολόγιο….
Δεν θέλω να ξαναπάω σ΄ αυτό το σχολείο. Όλοι με κοιτούν περίεργα. Κανείς δεν μου δίνει σημασία. Νομίζω πως μ΄αποφεύγουν. Προχθές με πλησίασαν δυο παιδιά. Με κοίταξαν με ένα περίεργο βλέμμα. Τρόμαξα και από αμηχανία κάνοντας γρήγορα βήματα έτρεξα και πήγα και κρύφτηκα πίσω από ένα θάμνο. Τι να θέλουν άραγε από μένα; Δεν τους έκανα δα και τίποτα κακό.

11 Μαρτίου
Αγαπημένο μου ημερολόγιο…
Αυτό που συνέβη χθες ήταν κάτι μαγικό!
Ήμουν τόσο στεναχωρημένος χθες το βράδυ που δεν ήθελα να φάω καθόλου. Έτρεξα στο δωμάτιό μου, άνοιξα το παραθύρι και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Εκεί που χίλιες σκέψεις βασάνιζαν το μυαλό μου ένιωσα ένα μεθυστικό άρωμα να με σέρνει από τη μύτη προς το παράθυρο. Ήταν το άρωμα από τις ανθισμένες πορτοκαλιές. Πλησίασα στο περβάζι του παραμυθιού και κοίταξα τον καθαρό ουρανό.

Το βλέμμα μου έπεσε κάτω στο μέρος που είχα φυτέψει το μικρό σποράκι που μου έδωσε ο παππούς. Το είχα ξεχάσει…
Ξαφνικά ένα φως έπεσε πάνω στο ξερό χώμα και τότε έγινε κάτι περίεργο.
Μέσα από το χώμα, εκεί που είχα φυτέψει το σποράκι μου άρχισε να ξεφυτρώνει ένας βλαστός που σιγά σιγά μεγάλωνε και μεγάλωνε. Μεγάλωσε τόσο που έφτασε στο παραθύρι μου. Άπλωσε κλαδιά και τα κλαδιά γέμισαν με φύλλα και ανθάκια. Μέσα σε μια στιγμή έγινε ένα ολάκερο δέντρο

Μα πώς έγινε αυτό; Δεν μπορώ να το πιστέψω! Είσαι αληθινό ή ονειρεύομαι;
- Και βέβαια είμαι αληθινό. Είμαι το δέντρο της Ελπίδας, μου είπε.
-Το δέντρο της Ελπίδας;
- Ναι. Κοίτα με! Φύτρωσα από το χέρι σου και μεγάλωσα από το δικό σου δάκρυ! Είμαι εδώ για σένα, φίλος σου παντοτινός.
- Εγώ δεν έχω φίλους. Κανείς στο σχολείο δεν με συμπαθεί και κανείς, εκτός από τον παππού και τη μαμά δεν με αγαπάει. Ακόμα ούτε και ο ίδιος ο πατέρας μου.

Ποτέ δεν νοιάστηκε αληθινά για μένα. Ποτέ δεν πίστευε πως μπορώ να καταφέρω κάτι.
-Ξέρεις μικρό μου παλικαράκι….
- Εεε, στάσου, έτσι με λέει μονάχα ο παππούς μου.
- Και τι; Θα σε πείραζε να σε φωνάζω έτσι κι εγώ;
- Όχι, μπορείς να με λες όπως θέλεις.
-Ωραία λοιπόν! Ξέρεις μικρό μου παλικαράκι πως στη ζωή δεν τα βρίσκουμε πάντα όπως τα θέλουμε. Κοίτα λίγο γύρω εδώ στην αυλή. Τι βλέπεις γύρω σου;


Βλέπω πορτοκαλιές, ελιές, τριανταφυλλιές και ένα γιασεμί.
- Και κάτω χαμηλά;
- Κάτω χαμηλά βλέπω μικρά χορταράκια, ασπροκίτρινες μαργαριτούλες και ζουμπούλια.
- Νομίζεις πως όλα εμείς τα φυτά, μικρά και μεγάλα μοιάζουμε μεταξύ μας; Άλλα είμαστε μεγάλα, άλλα μικρά, άλλα ευωδιαστά και άλλα χωρίς καθόλου μυρωδιά, άλλα χρωματιστά και άλλα μονόχρωμα.
-Ναι, νομίζω πως δεν έχεις άδικο.

Λοιπόν παλικαράκι μου όλα είμαστε διαφορετικά, όμως όλα αναπνέουμε τον ίδιο αέρα, έχουμε φυτρώσει στο ίδιο χώμα και ποτιζόμαστε από την ίδια βροχούλα. Όλοι μας έχουμε κάτι ξεχωριστό και ιδιαίτερο, κάτι για το οποίο είμαστε περήφανοι. Το πιο σημαντικό είναι να το εκμεταλλευτούμε και να αισθανόμαστε περήφανοι γι ΄ αυτό. Έλα για λίγο κάτω και αμέσως θα καταλάβεις τι εννοώ.
Χωρίς να το σκεφτώ έριξα ένα πήδο από το παραθύρι μου και βρέθηκα κάτω στην αυλή.

Κοίταξα γύρω μου. Το φως του φεγγαριού έλουζε τα ζουμπούλια, το γιασεμί και τις πορτοκαλιές με έναν περίεργο τρόπο. Όλα φαίνονταν διαφορετικά και μαγικά.
-Έλα, κάθισε στην κούνια μου, του ψιθύρισε η φλαμουριά, σ ΄ αυτή την κούνια που μεγάλωσε η μαμά σου και άκου προσεκτικά τι έχουν να σου πουν οι φίλοι μου.
- Κι εγώ απέφευγα να μιλήσω στα άλλα φυτά γιατί είμαι πολύ μικροκαμωμένη αλλά τελικά το έκανα, είπε η μικρή μαργαρίτα. Και ξέρεις κάτι; Όλοι μου λένε πως αν και μικρή οι συμβουλές μου τους είναι πολύτιμες.

Το άρωμά μου τους μαγεύει όλους και τους ταξιδεύει σε μέρη μακρινά, είπε το γιασεμί.
- Το ουρανί χρώμα μου ομορφαίνει τον κήπο, και προσκαλεί τις μέλισσες σε τρελό χορό, σιγομουρμούρισε το ζουμπούλι.
-Τα κλαδιά μου γίνονται φωλιές για τα πουλάκια, φώναξε η φουντωτή πορτοκαλιά. Να ΄ ξερες τι ιστορίες ακούω καθημερινά με τα τιτιβίσματά τους.
- Τα ρόδα μας στολίζουν την αυλή και τη γεμίζουν με μεθυστικά αρώματα, ψιθύρισαν οι τριανταφυλλιές.

Οι καρποί μου τρέφουν τους ανθρώπους και χαρίζουν σκιά τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού, αναφώνησε η ελιά.
- Ακούς μικρέ μου; είπε στοργικά η φλαμουριά. Όλοι έχουμε κάτι να προσφέρουμε στην πλάση και πρέπει να είμαστε περήφανοι γι ΄ αυτό. Έτσι κι εσύ ανοίξου στους άλλους γιατί σίγουρα έχεις κάτι να τους δώσεις.
- Αλήθεια, αξίζει να προσπαθήσεις, φώναξαν όλα με μια φωνή.
Μήπως έχουν δίκιο;
Εκείνο το βράδυ άργησα να κοιμηθώ. Στο νου μου στροβιλίζονταν τα λόγια των δέντρων…
18 Μαρτίου
Αγαπημένο μου ημερολόγιο…
Πέρασε σχεδόν μια εβδομάδα στο χωριό. Τα δεντρούδια και τα λουλούδια της αυλής του παππού Γεράσιμου έγιναν οι καλύτεροί μου φίλοι.
Αλήθεια πόσο υπέροχα πράγματα μαθαίνω κοντά τους και πόσο βάλσαμο στάζουν στην ψυχή μου τα λόγια τους!
Δε σου κρύβω πως με δισταγμό ακολούθησα τις συμβουλές τους. Προσπάθησα να γίνω πιο ανοιχτός και πιο χαρούμενος. Και τελικά δεν το μετάνιωσα.







Τα παιδιά στο σχολείο που νόμιζα πως με κοιτούσαν με μισό μάτι μάλλον ήθελαν να με πλησιάσουν και όχι να μου κάνουν κακό. Απέκτησα πολλούς φίλους, τον Κοσμά, τη Μυρσίνη, τον Θάνο, τη Βιολέτα.
Άρχισα και πάλι να χαμογελάω, να παίζω, να χαίρομαι. Δεν τους αποκάλυψα όμως τη μυστική μου συντροφιά. Όλα αυτά τα υπέροχα και μαγικά που συμβαίνουν κάθε βράδυ στην αυλή μου. Αυτά τα κράτησα για τον εαυτό μου.




Κάθε βράδυ κάθομαι στο περβάζι του παραθυριού μου και μέσα από μυρωδιές και κουβέντες συνειδητοποιώ πως είμαι πολύ χαρούμενος γι΄αυτή την αλλαγή σελίδας που έκανα στη ζωή μου!
Νομίζω πως απόψε θα κοιμηθώ πιο ανάλαφρα.
Καληνύχτα λοιπόν αγαπημένο μου ημερολόγιο…










