Στους αγαπημένους μας φίλους του 4ου Δ.Σ. Κομοτηνής και του Δ.Σ. Ριζίων.

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή και λίγο αφιλόξενη πόλη, η οποία βρισκόταν μέσα σε ένα μεγάλο σκοτεινό δάσος, ζούσε ο Φοίβος, ένα παιδί λίγο διαφορετικό από όλα τα άλλα της ηλικίας του....
Μετά από ένα ατύχημα, βρέθηκε σε αναπηρικό καροτσάκι, κάτι που τον είχε στεναχωρήσει πολύ.

Ήταν γιορτή εκείνη την ημέρα, και ο Φοίβος βγήκε για φάρσα ή κέρασμα. Ξαφνικά βρέθηκε μπροστά από ένα μυστηριώδες σπίτι. Πλησίασε γιατί του έκανε εντύπωση η διακόσμηση και τότε η πόρτα άνοιξε μόνη της!
Περίεργος καθώς ΄ηταν, μπήκε κρυφά και είδε στο βάθος ένα φως. Το πλησίασε και εκεί είδε να στέκεται μια νεαρή κοπέλα, που την έλεγαν Τρομάρα.
- Γειά σου μικρέ μου. Τι σε φέρνει εδώ;
-Σήμερα είναι Halloween και ήρθα για φάρσα ή κέρασμα.
-Ααα.. πολύ ωραία! Μιας και είναι γιορτή, θα σου κ΄άνω ένα δ΄ωρο. Τι θα ήθελες πιο πολύ; Ζήτα μου ό,τι θες.
-Αυτό που θα ήθελα πιο πολύ, είναι να περπατήσω ξανά για να νιώσω ότι μπορώ να κάνω πράγματα, όπως πριν.
- Πολύ ωραία. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να περάσεις από τους δύο κοιμισμένους Γίγαντες και να μου φέρεις από το απολιθωμένο δάσος τέσσερα διαμάντια, ένα κόκκινο, ένα πράσινο, ένα κίτρινο και ένα μπλε. Στην συνέχεια, θα πρέπει να πας πέρα στο λιβάδι και να μου βρεις ένα πολύ σπάνιο λουλούδι, που λέγεται Χρυσάνθος.
Όσο τρελά κι αν του φάνηκαν όλα αυτά, έφυγε γρήγορα ώστε να ολοκληρώσει με επιτυχία την αποστολή.
Όσο κοιμόντουσαν οι δύο Γίγαντες, ο Φοίβος έπρεπε να περάσει όσο πιο αθόρυβα μπορούσε.
- Πρέπει να πάω όσο πιο ήσυχα γίνεται. Κι ένα φύλλο ακόμα να κουνηθεί, θα ξυπνήσουν και μετά.... άντε να φύγω από εδώ!
Αφού πέρασε με επιτυχία από τον λόφο με τους Γίγαντες, ξεκίνησε για το απολιθωμένο δάσος, ώστε να βρει τα τέσσερα διαμάντια. Το πρώτο το βρήκε εύκολα. Όμως τα υπόλοιπα τρία ήταν καλά κρυμμένα και χρειάστηκε να ψάχνει όλη μέρα μέχρι να τα ανακαλύψει.
Μόλις τελείωσε με την συλλογή των διαμαντιών, κατηφόρισε σε ένα στενό δρομάκι και βρέθηκε μπροστά σε ένα παράξενο θέαμα. Χιονονιφάδες πέφτανε από τον ουρανό χωρίς να έχει κρύο ή σύννεφα. Γύρω γύρω υπήρχαν κολοκύθες και ακριβώς μπροστά του υπήρχαν δύο λουλούδια, ένα πιο κοντό κι ένα ψηλότερο. Αναρωτήθηκε τότε, μήπως αυτό ήταν το λουλούδι που έψαχνε. Κάτι του έλεγε πως αυτό ήταν. Και τότε μια λάμψη φώτισε το λουλούδι. Σίγουρος πια ότι αυτό ήταν, το πήρε και τράβηξε για τον δρόμο της επιστροφής.
-Τα κατάφερες τελικά! (του είπε μόλις τον είδε) Τα έφερες όλα;
- Όλα! Δυσκολεύτηκα λίγο αλλά τα κατάφερα.
- Περίμενε εδώ. (του είπε)
Η Τρομάρα πήγε μέσα και έφερε μια κατσαρόλα. Έβαλε όλα τα υλικά μέσα και είπε κάποια μαγικά λόγια.
Μόλις το φίλτρο ήταν έτοιμο, του το έδωσε και ο Φοίβος με μιας το ήπιε όλο. Αλλά τίποτα δεν έγινε. Κοίταξε με απορία την Τρομάρα και της είπε:
-Δεν νιώθω τίποτα διαφορετικό.
Τότε η Τρομάρα του απάντησε χαμογελώντας:
- Κι όμως υπάρχει κάτι διαφορετικό. Εσύ !
Δεν χρειάζεσαι φίλτρα στην ζωή σου για να τα καταφέρεις. Μπόρεσες και τα κατάφερες όλα μόνος σου, με τις δικές σου δυνάμεις.
Είσαι ένας πραγματικός ήρωας!!!
Έτσι ο Φοίβος, πιο χαρούμενος από ποτέ, ένιωσε μια απέραντη υπερηφάνεια για τον εαυτό του και μια αισιοδοξία που ποτέ ξανά δεν είχε νιώσει!
