
Ζούσε κάποτε σε μια χώρα ο Ιβάν. Στη χώρα του Ιβάν γινόταν πόλεμος. Άκουσε μια βόμβα που έκανε «μπαμ» και τότε τρόμαξε, πήρε φαγητό κι έφυγε αλλά σκόνταψε, έπεσε, σηκώθηκε πάνω, πήρε θάρρος κι έτρεξε. Έτρεξε για να βρει μια άλλη χώρα που θα είχε καλύτερα ζητήματα, δηλαδή να μην έχει πόλεμο!
Εκεί που έτρεχε βρήκε ένα λιβάδι γεμάτο γαϊδουράγκαθα. Περπάτησε πάνω σ’ αυτά με θάρρος.

Το βράδυ κοιμήθηκε έξω χωρίς σπίτι αλλά δε φοβήθηκε!

Το πρωί ξύπνησε και βρήκε ένα δέντρο με μήλα. Έφαγε δυο μήλα για να χορτάσει. Και τ΄άλλα μήλα τα έβαλε στην τσέπη του για να έχει την άλλη μέρα και συνέχισε το ταξίδι του.

Βρήκε μια βάρκα αλλά τον πήρε το κύμα, κολύμπησε και έφτασε σ΄ένα νησί που είχε ανθρώπους.

Εκεί του έδωσαν ρούχα, κουβέρτα, κρεβάτι για να κοιμηθεί, νερό, φαγητό κι ένιωσε μεγάλη χαρά! Έκανε και μπάνιο!

Οι άνθρωποι στο νησί ήταν καλοί και αποφάσισαν να τον κρατήσουν γιατί δεν ήθελαν να περάσει άλλες δυσκολίες. Ο Ιβάν, ο μικρός πρόσφυγας, ήταν και πάλι χαρούμενος γιατί βρήκε ένα καινούριο σπίτι με ανθρώπους που τον αγαπούσαν και τον αγκάλιασαν!
