Οι δασκάλες
Μαρία Πλάτση
Δέσποινα Μπουλασίκη

Μια φορά κι έναν καιρό μια καμηλοπάρδαλη έτρωγε φύλλα από ένα δέντρο.
Ξαφνικά άρχισε να βρέχει.
Η καμηλοπάρδαλη φοβήθηκε!
Πήγε γρήγορα στη φωλιά της
μα η σκεπή ήταν τρύπια.
Τότε σκέφτηκε να την φτιάξει. Πήρε φύλλα στο χέρι και έβαλε μπάλωμα στη σκεπή. Όμως, ήταν μια πρόχειρη λύση.
Έπρεπε να πάρει ξύλα και τσιμέντο.
Τότε σκέφτηκε να καλέσει το λιοντάρι, τον μάστορα.
Σχημάτισε τον αριθμό του τηλεφώνου και είπε στο λιοντάρι:
- Κυρ μάστορα, η σκεπή μου χάλασε.
Σε παρακαλώ, έλα!
- Θα έρθω αλλά τώρα βρέχει, είπε το λιοντάρι.
- Μην ξεχάσεις να πάρεις ομπρέλα, απάντησε η καμηλοπάρδαλη.
Μετά από λίγη ώρα ο μάστορας ήρθε μούσκεμα!
Αμέσως, η καμηλοπάρδαλη του έδωσε πετσέτα για να σκουπιστεί και κουβέρτα για να ζεσταθεί.
Καθώς ο μάστορας άρχιζε τη δουλειά, είπε:
- Ξέχασα μερικά εργαλεία. Μήπως εσύ έχεις σφυρί και κατσαβίδι;
Η καμηλοπάρδαλη του τα έδωσε κι εκείνος ξεκίνησε να δουλεύει.
Ξαφνικά ακούστηκε:
Α! Ω! Χτύπησα το δάχτυλό μου!
- Είσαι καλά; Σου φέρνω επίδεσμο!
Η καμηλοπάρδαλη φρόντισε το τραύμα του.
Μόλις το λιοντάρι τελείωσε τη δουλειά, ένας κεραυνός έπεσε στο σπίτι και το διέλυσε.
Ωχ! Γκρεμίστηκε
το σπίτι!
Χωρίς να χάσει λεπτό, ο μάστορας πήγε σπίτι του. Πρώτα έψαξε να νοικιάσει ένα σπίτι για την καμηλοπάρδαλη για λίγες μέρες.
Μετά ειδοποίησε 85 μάστορες:
- Ελάτε να φτιάξουμε το σπίτι της καμηλοπάρδαλης γιατί βρέχει!
Όλοι δούλεψαν σκληρά και έφτιαξαν γρήγορα το σπίτι. Στο τέλος έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
