Αφιερώνεται στις απίθανες τάξεις μας.
Ε΄ Δημοτικού, 14ο Δημοτικό Σχολείο Λάρισας
Στ΄ Δημοτικού, 38ο Δημοτικό Σχολείο Λάρισας
Σχολικό έτος 2021-2022
Πνευματικός Αθανάσιος
Χριστοφόρου Βασιλική

Τα άλογα κάποτε είχαν πολύ κοντή χαίτη. Για την ακρίβεια, σχεδόν δεν φαινόταν. Παλιά ζούσαν όλα τους στο κοντό λιβάδι, που ήταν τεράστιο. Εκεί, το μόνο φαγητό που είχαν ήταν το κοντόχορτο. Αυτό ήταν ένα βότανο που δεν άφηνε την χαίτη των αλόγων να μεγαλώσει.
Μια μέρα, ένα κορίτσι έφτασε στο κοντό λιβάδι κατά λάθος, καθώς εξερευνούσε το δάσος και έχασε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι της. Ένα άλογο, η Αύρα, είδε το κορίτσι μόνο, το λυπήθηκε και του πρότεινε να μείνει μαζί της για το βράδυ. Της είπε πως θα ήταν καλύτερα να γυρίσει σπίτι της το πρωί, ώστε να είναι πιο ασφαλές.
Το επόμενο πρωί, το άλογο πρότεινε στο κορίτσι να πάει μαζί του να βρούνε νερό.
- Έλα, ανέβα πάνω στη ράχη μου!
- Εγώ; Δηλαδή με αφήνεις;
- Ναι και βέβαια!
Πρώτη φορά ανέβηκε σε άλογο το κορίτσι αυτό. Ήταν μαγικά! Ένιωθε τόσο δεμένη μαζί του, που ξεχάστηκαν και δεν πήγανε για νερό. Απλά πήγανε την καλύτερη βόλτα της ζωής τους! Δεν μπορούσανε πλέον να είναι χώρια και έτσι το κορίτσι έμεινε κοντά στην Αύρα για άλλες τρεις ημέρες.
Πως απέκτησαν τα άλογα τη μακριά τους χαίτη

Όταν, τελικά, έφυγε το κορίτσι, η Αύρα άρχισε να κλαίει. Ξαφνικά, όμως, αποφάσισε να την ακολουθήσει. Όταν το κορίτσι κόντευε να φτάσει στο σπίτι του, γύρισε και είδε το άλογο που την ακολουθούσε. Αμέσως έτρεξε να το αγκαλιάσει. Η Αύρα αποφάσισε να μείνει εκεί. Μετά από πολλούς μήνες, η χαίτη της άρχισε να μεγαλώνει, επειδή δεν έτρωγε πλέον κοντόχορτο, αλλά καρότα.
Αρκετό καιρό αργότερα, τα υπόλοιπα άλογα έμαθαν πως η Αύρα είχε φύγει και αποφάσισαν να πάνε να ζήσουνε με τους ανθρώπους και αυτά. Αφού έφυγαν από το κοντό λιβάδι, όλα τα άλογα σταμάτησαν να τρώνε κοντόχορτο και μεγάλωσε η χαίτη τους! Να γιατί τώρα τα ζώα αυτά έχουν μακριά χαίτη.
από την Άννα.horse girl (38 Δ. Σχ. Λάρισας)
Γεια σας γλυκά παϊδάκια (συγνώμη, παιδάκια ήθελα να πω). Είμαι ο Βούλας, το τσιτάχ και αυτή είναι η αδερφή μου η Ρούφη. Θα σας πω την ιστορία για το πως απέκτησα την ταχύτητά μου. Όλα άρχισαν στην Τσίπολη (την πόλη των τσιτάχ):
Βούλας: Ποπό! αυτό το αυτοκίνητο πάει πολύ γρήγορα ! Μακάρι να πήγαινα και εγώ έτσι.
(άγνωστο τσιτάχ): Ώστε θες και εσύ να πας τόσο γρήγορα.
Βούλας: Ποιος είσαι εσύ;
Πως απέκτησε το τσιτάχ την ταχύτητά του

(άγνωστο τσιτάχ): Είμαι γυμναστής και με λένε Τσι.
Βούλας: Τσι λοιπόν; Χάρηκα για τη γνωριμία.
Τσι: Θες να σε βοηθήσω να τρέχεις τόσο γρήγορα όσο το αυτοκίνητο που πέρασε;
Βούλας: Άμα θέλω λέει!!!
Τσι: Στις 5:00 μ.μ. να είσαι στο γυμναστήριο.
Μέρα με τη μέρα, εβδομάδα με την εβδομάδα, μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο, ο Βούλας κατάφερε, με σκληρή προπόνηση, να μπορεί να τρέχει γρήγορα.
Τσι: Για να σε δω! Έπιασε τόπο η εκπαίδευση, μετά από τόσο καιρό, ή μπα; 1-2-3 πάμε!!!
Μετά από πέντε λεπτά... και αφού φαινόταν πια μόνο η σκόνη που άφηνε πίσω του ο Βούλας…….
Τσι: Ποπό έπιασε! Είσαι το πιο γρήγορο πλάσμα που έχω γνωρίσει!
Βούλας: Ευχαριστώ Τσι!
Τσι: Δεν κάνει τίποτα!
Φυσικά τα νέα του Βούλα διαδόθηκαν γρήγορα στην Τσίπολη. Όλα τα υπόλοιπα τσιτάχ θέλησαν και αυτά να τρέχουν γρήγορα σαν τον Βούλα. Απευθύνθηκαν, λοιπόν, στον Τσι, που ανέλαβε την προπόνησή τους. Το γυμναστήριό του έκανε χρυσές δουλειές και αυτός έγινε περιζήτητος. Και έτσι, από τότε, όλα τα τσιτάχ τρέχουν γρήγορα.
από τον Billaroni (38 Δ. Σχ. Λάρισας)
Μια μέρα, μία λεοπάρδαλη, η Αφροδίτη, όταν ξύπνησε, συνειδητοποίησε ότι είχε κάτι κόκκινες βούλες πάνω στο σώμα της. Έτσι, αποφάσισε να πάει σε έναν γιατρό να της πει τι έχει. Η Αφροδίτη πήγε στον γιατρό, ο οποίος της είπε ότι αυτές οι κόκκινες βούλες είναι σπυράκια και ότι έχει ανεμοβλογιά. Η λεοπάρδαλή μας ήξερε ότι αν μάθαιναν οι φίλες της πως έχει ανεμοβλογιά δε θα την έκαναν παρέα. Γι’ αυτό σκέφτηκε να βάψει τα σπυράκια της.
Άρχισε, λοιπόν, να σκέφτεται τι χρώμα να τα βάψει. Στην αρχή σκέφτηκε το μπλε, αλλά το είχε ήδη πάνω της μία φίλη της και δεν ήθελε να είναι ίδιες. Μετά σκέφτηκε το πράσινο, όμως είδε ότι τη χλόμιαζε. Ύστερα, σκέφτηκε το πορτοκαλί, αλλά αμέσως συνειδητοποίησε ότι ήτανε της μόδας πέρυσι το καλοκαίρι και τώρα δε φοριότανε. Δεν ήθελε να την κοροϊδεύουνε ότι ήταν εκτός μόδας!
Πως απέκτησε η λεοπάρδαλη τις βούλες της

Τότε της ήρθε μία ιδέα! Το μαύρο είναι πάντα επίκαιρο, άσε που το προτείνουνε και οι διάσημοι σχεδιαστές της ζούγκλας ως το κυρίαρχο χρώμα της φετινής σεζόν. Έτσι, δοκίμασε να βάψει τα σπυράκια της μαύρα και είδε ότι αυτό το χρώμα ούτε την πάχαινε ούτε την κόνταινε, αλλά έδινε μία εκλεπτυσμένη κομψότητα στην εμφάνισή της.
Μόλις την είδαν οι φίλες της, πήγαν και εκείνες να σχηματίσουν πάνω στο σώμα τους μαύρες βούλες. Και, από τότε, οι λεοπαρδάλεις έχουν μαύρες βούλες.
από την _.Vasiliki._4 (38 Δ. Σχ. Λάρισας)
Μέσα στα βρεγμένα, από την βροχή, φύλλα ενός δέντρου, μια κάμπια μεταμορφώθηκε σε πεταλούδα. Τα φτερά της πεταλούδας είχαν ένα μονότονο γκρίζο χρώμα, γεγονός που έκανε την πεταλούδα να στενοχωριέται πολύ. Αποφάσισε, λοιπόν, να δώσει λύση στο πρόβλημα της. Συμβουλεύτηκε τη βελανιδιά, όπου ζούσε, αλλά της είπε να συμβουλευτεί την σοφή κουκουβάγια, γιατί θεωρούσε ότι εκείνη ήξερε καλύτερα. Πήγε, έτσι, στην καλύβα όπου ζούσε η κουκουβάγια και τη ρώτησε:
-Πως μπορώ να αποκτήσω πολύχρωμα φτερά;
Εκείνη της απάντησε:
-Θα πρέπει να βρεις ένα ουράνιο τόξο, να βουτήξεις μέσα του και την επόμενη μέρα θα έχεις πολύχρωμα φτερά! Δυστυχώς, όμως, δεν ξέρω που μπορείς να βρεις ένα. Γι’ αυτό πρέπει να ρωτήσεις τον ήλιο.
Η πεταλούδα την ευχαρίστησε και έπειτα έφυγε.
Έτσι, μια ηλιόλουστη μέρα πέταξε ψηλά, βρήκε τον ήλιο και τον ρώτησε εάν μπορεί να την βοηθήσει να αποκτήσει πολύχρωμα φτερά. Εκείνος της απάντησε:
Πως απέκτησε η πεταλούδα τα πολύχρωμα φτερά της

Η πεταλούδα απάντησε χαρούμενη:
Η πεταλούδα προβληματίστηκε, σκέφτηκε για πολύ ώρα και ξαφνικά φώναξε: «Εγώ είμαι, η σωστή απάντηση είναι η πεταλούδα!».
Εκείνη άρχισε να χοροπηδάει από την χαρά της! Έτσι, την επόμενη μέρα που ξύπνησε έκανε ότι της είπε ο ήλιος και, αμέσως, είδε ότι είχε πολύχρωμα φτερά, ακριβώς όπως τα φανταζόταν. Πέταξε να τα δείξει στις φίλες της και τις είπε την εμπειρία της. Αυτές ενθουσιάστηκαν, οπότε πήγαν και έκαναν ότι και η πεταλούδα και το είπαν και σε άλλες πεταλούδες. Γι’ αυτό οι πεταλούδες έχουν πολύχρωμα φτερά.
από τη Δέσποινα (38 Δ. Σχ. Λάρισας)
Μια μέρα, πέντε με έξι δελφινάκια μαζεύτηκαν όλα μαζί κι έλεγαν διάφορα…..
-Τι λέτε να κάνουμε; είπε ένα δελφίνι.
-Θέλετε να παίξουμε ένα παιχνίδι; είπε ένα άλλο.
-Ναι!!! Τι παιχνίδι; είπαν τα υπόλοιπα.
-Πρώτα θα χωριστούμε σε 2 ομάδες από δελφίνια…
Χωρίστηκαν, τελικά σε 2 ομάδες από 3 δελφίνια..
-Τώρα πρέπει, με διάφορους ήχους και κινήσεις, να πούμε μια πρόταση, δηλ. σαν να παίζουμε παντομίμα με ήχους. Όταν λέω ήχους, εννοώ ήχους όπως ααααα….., οοοοοο……, ιιιιιιιι…. Απαγορεύεται να λέμε λέξεις όπως θάλασσα, κοχύλι και άλλα.
-Ωραία ξεκινάμε!!
Πως απέκτησε το δελφίνι τη δική του γλώσσα

Ξεκίνησαν να παίζουν, η μια ομάδα αντίπαλη στην άλλη. Στην αρχή το σκορ ήταν 5-4 μετά 7-8, μέχρι που ένα δελφίνι είπε…
-Αυτή η γλώσσα είναι τέλεια!!
-Γιατί δεν δημιουργούμε μια δικιά μας δελφινίσια γλώσσα μόνο με ήχους ; Έτσι δεν θα μας καταλαβαίνουν οι άνθρωποι και δεν θα μας κυνηγάνε! πρότεινε ένα δελφίνι.
-Καλή ιδέα!! Είπαν όλα μαζί.
Έτσι δημιούργησαν μια δικιά τους γλώσσα, μόνο με ήχους, που με τον πέρασμα των χρόνων όλα τα δελφίνια την χρησιμοποιούσαν και, έτσι, δεν τα έπιαναν οι άνθρωποι…
από την Εβιάννα (38 Δ. Σχ. Λάρισας)
Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα δάσος μακρινό, κοντά στην Ταϊλάνδη ζούσε μια οικογένεια καμηλοπαρδάλεων που ονομαζόταν Κιτρινοτεράστιοι. Αυτή η οικογένεια είχε 7 παιδιά και ήταν όλα κορίτσια. Ήτανε τα ιερά ζώα της φυλής ιθαγενών Karen-Paduang[1].Το χαρακτηριστικό αυτής της φυλής είναι ότι επιμηκύνουν τον λαιμό τους με την χρήση τεράστιων δαχτυλιδιών. Θεωρούσαν ότι ο μακρύς λαιμός είναι δείγμα ομορφιάς.
[1] Τα κορίτσια της φυλής αυτής, ξεκινώντας από την ηλικία των 5 ετών, βάζουν δαχτυλίδια χαλκού γύρω από τους λαιμούς τους, αυξάνοντας σταδιακά τον αριθμό τους. Μέχρι το τέλος της ζωής, το βάρος των δαχτυλιδιών για ορισμένους εκπροσώπους της φυλής φτάνει αρκετά κιλά και το ύψος είναι πάνω από 20 εκατοστά. https://www.thailand-trip.org/el/zhenshhiny-s-dlinnymi-sheyami#h2_1
Γιατί οι καμηλοπαρδάλεις είναι τόσο ψηλές;

Κάθε μέρα οι καμηλοπαρδάλεις έπαιζαν ένα παιχνίδι, που τους είχε μάθει ο μάγος της φυλής των ιθαγενών. Αν έπαιζες αυτό το παιχνίδι, ο λαιμός σου θα γινόταν τόσο ψηλός που θα έφτανες έως και τα 4,5 μέτρα. Έτσι και έγινε. Μετά από λίγα χρόνια, τα κορίτσια είχανε μακρύ λαιμό και συνολικό ύψος 4,5 μέτρα η καθεμία (καταλαβαίνετε, τώρα, γιατί οι Karen-Paduang τα είχαν ως ιερά ζώα). Όταν περπατούσαν στο δρόμο, όλοι τις θαύμαζαν για την κομψή και ψηλόλιγνη σιλουέτα τους. Είχαν γίνει πραγματικά πρότυπα για όλες τις καμηλοπαρδάλεις, για αυτό όλες έκαναν το ίδιο για να μακρύνουν το λαιμό τους. Έτσι, από τότε έχουν ψηλό λαιμό. Οι 7 αδερφές αποφάσισαν να πάνε στην Αφρική, για να λάβουν μέρος στα καλλιστεία που διοργανώνονταν εκεί. Ήξεραν πως θα ξεχώριζαν με τον ιδιαίτερο λαιμό τους…Φυσικά και κέρδισαν το πρώτο βραβείο! Από τότε, οι καμηλοπαρδάλεις ζουν εκεί. Οι καημένοι οι ιθαγενείς στην Ταϋλάνδη τις ψάχνουν ακόμα!!!
από την Eliana.d (38 Δ. Σχ. Λάρισας)
Μια μέρα, βαθιά στη ζούγκλα, σε μια πανέμορφη λίμνη, ζούσαν πολλοί ελέφαντες. Ήταν ένας συγκεκριμένος ελέφαντας που αγαπούσε πολύ μια ελεφαντίνα! Ντρεπότανε να της το πει, μήπως δεν ένιωθε κι αυτή το ίδιο! Δεν ήξερε τι να κάνει! Οι παπαγάλοι, οι πιο κουτσομπόληδες σε όλη τη ζούγκλα, ήξεραν τι να κάνει! Τότε ανέλαβε ο ένας να πάει και να του πει την ιδέα τους, ο άλλος να ετοιμάσει ένα ειδικό πατητήρι για αυτιά ελεφάντων, ο άλλος πυροτεχνήματα και οι υπόλοιποι τα σχέδια στον ουρανό.
Πήγε ο πρώτος παπαγάλος στον ελέφαντά μας και του είπε πως σκέφτηκαν όλοι μαζί να «ισιώσει» τα μικρά του αυτιά, για αρχή. Αυτός συμφώνησε,, γιατί θα έκανε τα πάντα για την ελεφαντίνα! Οπότε ακολούθησε τον παπαγάλο, που τον πήγε σε έναν κορμό δέντρου. Εκεί είχαν φτιάξει το πατητήρι! Έτσι ο ελέφαντας, τον οποίο να διευκρινίσω ότι τον λέγανε Τάκη Ελεφαντάκι, έβαλε το πρώτο του αυτί στην ειδική υποδοχή, η οποία ήταν πάνω στον κορμό του δέντρου, και το ίσιωσε. Μετά, ακολούθησε το ίδιο και στο άλλο του αυτί. Του είπε ο παπαγάλος να σηκώσει τα δύο του, τεράστια τώρα πια αυτιά, και τι να δει ο Τάκης; Σχηματίστηκε μια πελώρια καρδιά! Ο παπαγάλος του είπε: «Τα υπόλοιπα εμείς, εσύ απλά να είσαι ο εαυτός σου!». Ο Τάκης, λοιπόν, άφησε τα υπόλοιπα στα χέρια των παπαγάλων, που τους εμπιστεύονταν!
Πως απέκτησε ο ελέφαντας τα πελώρια αυτιά του

Έτσι, πήγαν οι παπαγάλοι την Ντίνα, την ελεφαντίνα, σε ένα πανέμορφο σημείο στη ζούγκλα. Έριξαν πυροτεχνήματα πολλά που έγραφαν Ντίνα-Τάκης και από δίπλα; Συγκεντρώθηκαν οι παπαγάλοι και σχημάτισαν, με τα σώματά τους, μια τεράστια καρδιά. Μπαίνει κι ο Τάκης στο σκηνικό εκείνο, σηκώνει τα αυτιά του, συγκινείται η Ντίνα! Όλοι οι άλλοι ελέφαντες βλέπουν την επιτυχία που είχαν τα μεγάλα αυτιά του Τάκη και τρέχουν όλοι στους παπαγάλους, για να «περιποιηθούνε» και τα δικά τους αυτιά. Έτσι, λοιπόν, απέκτησαν οι ελέφαντες τα πελώρια αυτιά τους! (Και οι παπαγάλοι τη δουλειά της προξενήτρας του δάσους!).
από την Throielephant (38 Δ. Σχ. Λάρισας)
Πως η γάτα απέκτησε τα μουστάκια της

Μια μέρα, μια μικρή γατούλα αποφάσισε να φύγει από το σπίτι της και να πάει στο δάσος. Είχε μεγάλη περιέργεια να δει πώς ήταν η ζωή εκεί. Έτσι, κρυφά από τη μαμά της έφυγε για το δάσος. Ήταν ενθουσιασμένη και, συγχρόνως, φοβισμένη για το τι θα αντικρίσει. Κατά τη διαδρομή της, ανέβηκε σε ένα μεγάλο δέντρο όπου ήταν μια κουκουβάγια, που έπλεκε χρησιμοποιώντας μεταξωτά νήματα. Έτσι γρήγορα που περνούσε από εκεί, μπλέχτηκε με τα νήματα. Μπήκαν μπροστά στο πρόσωπο και στην μουσούδα της, με αποτέλεσμα να μην βλέπει. Τα νήματα από τα μάτια της είχαν φύγει, αλλά κόλλησαν στη μουσούδα της. Όσο κι αν προσπαθούσε να τα βγάλει δεν τα κατάφερε. Έτσι, γύρισε απογοητευμένη στο σπίτι της. Η μητέρα της, μόλις την είδε, πήγε κοντά της. Η μικρή γατούλα της εξήγησε και η μητέρα της την αγκάλιασε.
Γιατί έφυγες; είπε εκείνη.
-Είχα μεγάλη περιέργεια για να δω τι υπήρχε στο δάσος. Μετανιώνω! απάντησε η μικρή γατούλα.
Παρόλα αυτά, η μητέρα της δεν κατάφερε να βγάλει τα νήματα από την μουσούδα της. Μέρα με τη μέρα, όμως, τα συνήθιζε και της άρεσαν. Δε θέλησε να τα βγάλει. Άλλωστε, της ταίριαζαν τόσο πολύ! Όλες οι γατούλες τη ζήλευαν και, έτσι, μια μέρα αγόρασαν κι αυτές μεταξωτά νήματα και τα έβαλαν στη μουσούδα τους. Ύστερα, τα έβαψαν με διάφανη μπογιά. Ήταν πιο όμορφες από ποτέ! Η μικρή αυτή γατούλα έγινε η αιτία για να αλλάξει όλο το είδος των γάτων!
από τη Μάτο (38 Δ. Σχ. Λάρισας)
Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε σε μια φάρμα ένα γκρίζο άλογο, ο Roben. Του Roben δεν του άρεσε το χρώμα του, κοίταζε όλα τα άλλα άλογα και στεναχωριόταν. Πιο πολύ θαύμαζε τη φίλη του, τη Sally, που είχε ένα καφέ, χρυσό δέρμα. Απογοητευμένος ο Roben ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι, μήπως και βρει κάποιον τρόπο να αλλάξει το χρώμα του. Στην διαδρομή συνάντησε ένα φλαμίνγκο που ήταν ροζ. Του άρεσε το χρώμα, μα του φάνηκε λίγο μονότονο. Αργότερα συνάντησε μια καμηλοπάρδαλη. Του άρεσαν οι βούλες που είχε, μα ήταν πολύ παρδαλές για τον σοβαρό του χαρακτήρα. Του άρεσαν και οι πιγκουίνοι, μα είχαν μαύρο σώμα και άσπρη κοιλιά. Πίστευε ότι αυτά τα χρώματα δεν ταιριάζουν σε ένα άλογο. Τέλος συνάντησε τα παγώνια, μα κατάλαβε πως τα παρδαλά χρώματα και οι φουντωτές ουρές τους δεν ταιριάζουν σε ένα άλογο και συνέχισε το ταξίδι του λυπημένος. Ξαφνικά, άκουσε μια φωνή:
Πως η ζέβρα απέκτησε τις ρίγες της

Ευχαριστημένοι οι δύο φίλοι συνέχισαν το ταξίδι τους χαρούμενοι! Από τότε, όλες οι ζέβρες έχουν άσπρες και μαύρες ρίγες.
από τη Μαρία (38 Δ. Σχ. Λάρισας)
Ο Jacob, ένας παπαγάλος της ζούγκλας, ήταν ο μοναδικός που είχε γκρι φτερά. Οι άλλοι παπαγάλοι είχαν ροζ, μπλε, κίτρινο, μωβ και άλλα χρώματα, αλλά μόνο από ένα ο καθένας. Ο παπαγάλος σκέφτηκε να πάει στη μάγισσα κουκουβάγια, τη Zen, και να της πει το πρόβλημά του. Αυτή του πρότεινε, όταν θα έχει ηλιοβασίλεμα και ο ουρανός θα είναι κόκκινος, να πετάξει και να περάσει μέσα από αυτόν. Έτσι, ο Jacob περίμενε ώσπου να δύσει ο ήλιος και, τότε, πήγε και πέταξε μέσα στα χρώματα του ηλιοβασιλέματος. Είδε, όμως, ότι έγινε κόκκινος σε λίγα μόνο σημεία: στο κεφάλι και στην πλάτη του. Τότε, σκέφτηκε να πάει στον σοφό βάτραχο, τον Jerry, μήπως του δώσει κάποια άλλη συμβουλή. Αυτός του είπε να πάει στο γρασίδι και να αρχίσει να κυλιέται. Όμως, ξανά, είχε πρασινίσει σε μερικά σημεία, λίγο πιο κάτω από τα κόκκινα φτερά του. Το αρχικό γκρι χρώμα του ήταν πολύ περισσότερο. Σκέφτηκε πως κάμποσο μπλε θα του πήγαινε, γι’ αυτό πήγε στη Λουλού, την πονηρή αλεπού. Εκείνη του είπε να πετάξει ανάποδα στην θάλασσα, με την πλάτη του. Πήγε και το έκανε, αποκτώντας, έτσι, κάμποσα μπλε φτερά.
Πως απέκτησαν οι παπαγάλοι τα πολύχρωμα φτερά τους

Αφού ο Jacob κατάλαβε, τώρα, ποιο ήταν το κόλπο για να χρωματίζει τα φτερά του, αποφάσισε να δράσει μόνος του πια! Για να αποκτήσει κίτρινα φτερά, πήγε σε ένα λιβάδι με ηλιοτρόπια και πέρασε από μέσα. Στο τέλος, σκέφτηκε να φροντίσει το πρόσωπό του. Έκανε ηλιοθεραπεία για ώρες και το ράμφος του έγινε πορτοκαλί. Όταν ολοκλήρωσε τη μεταμόρφωσή του, οι υπόλοιποι παπαγάλοι σχεδόν δεν τον αναγνώρισαν. Του έκαναν πολλές ερωτήσεις, θέλοντας να μάθουν πως κατάφερε να αλλάξει τόσο πολύ την εμφάνισή του. Τους εξήγησε με λεπτομέρειες και όλοι πέταξαν, αμέσως, για να γίνουν σαν αυτόν. Έτσι απέκτησαν οι παπαγάλοι τα πολύχρωμα φτερά τους!
από την gold girl (38 Δ. Σχ. Λάρισας)
Κάποτε ήταν ένα καταπράσινο αλογάκι της Παναγιάς που λεγόταν Αλμπέρτο. Ζούσε σε ένα δάσος γεμάτο δέντρα, γρασίδι και πανέμορφα λουλούδια. Κάθε πρωί έπαιζε κυνηγητό με τα τριαντάφυλλα και, το βράδυ, κρυφτό με τα γαρίφαλα.
«Αυτή τη φορά δεν θα με βρεις!», είπε το γαρίφαλο.
Όμως, ακόμα και αν ήταν βράδυ, το γαρίφαλο έλαμπε από ομορφιά και ο Αλμπέρτο το έβρισκε κάθε φορά. Κατά βάθος, το έντομό μας είχε ένα πρόβλημα. Νόμιζε ότι ήταν άσχημος και ότι τα όμορφα λουλούδια έπαιζαν μαζί του γιατί τον λυπόντουσαν.
«Κοίτα να δεις τι λεπτά πόδια που έχω, και γιατί το κεφάλι μου είναι τρίγωνο;» αναρωτιόταν.
Μια ηλιόλουστη μέρα ξύπνησε πάνω σε ένα φύλλο. Πήγε, λοιπόν, να περάσει την μέρα του κυνηγώντας τα πονηρά τριαντάφυλλα. Καθώς περπατούσε από δέντρο σε δέντρο, ο Αλμπέρτο αντίκρισε ένα παράξενο, αλλά και πανέμορφο, λουλούδι. Πήγε κοντά του και το ρώτησε:
«Πως σε λένε λουλούδι;».
Αυτό απάντησε «Με λένε ορχιδέα και μόλις φύτρωσα εδώ».
Ο Αλμπέρτο δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Να φοβηθεί; Να εκπλαγεί; Όμως δεν φοβήθηκε, γιατί τον παρέσυρε η ομορφιά της ορχιδέας.
«Ξέρεις είσαι πολύ όμορφη ορχιδέα!».
Πως το αλογάκι της Παναγίας προσαρμόζεται στο περιβάλλον

Αυτή κοκκίνισε και του απάντησε «Ευχαριστώ πολύ. Εσύ είσαι ο πρώτος που γνώρισα, οπότε, αν χρειαστείς καμία χάρη, θα είμαι εδώ».
Μετά ο Αλμπέρτο άρχισε να σκέφτεται πάλι (Μήπως επειδή είμαι άσχημος με λυπάται και η ορχιδέα; Μακάρι να ήμουν όμορφος, ίσως τότε θα της αρέσω έστω και λίγο). Τότε η ορχιδέα γέλασε και είπε:
«Ώστε ομορφιά θέλεις; Τέλεια, θα σου τη δώσω».
Ο Αλμπέρτο πήγε να την ρωτήσει πως ήξερε τις σκέψεις του, αλλά όλα άρχισαν να γυρίζουν και, ξαφνικά, μεταμορφώθηκε σε Αλογάκι Παναγιάς της Ορχιδέας (Orchid Mantis).
Η ορχιδέα του είπε «Δεν έχω την δύναμη να σε κάνω τελείως ορχιδέα σαν εμένα, αλλά μπορώ να κάνω αυτό».
Ο Αλμπέρτο δεν ενοχλήθηκε από αυτό. Βασικά του άρεσε.
«Ουαου με λατρεύω!!! Σε ευχαριστώ ορχιδέα!».
Αυτή απάντησε «Κανένα πρόβλημα, θα είμαι εδώ αν με χρειαστείς».
Από τότε, όλα τα αλογάκια εκείνης της περιοχής πήγαιναν στην ορχιδέα και γινόντουσαν Αλογάκια Παναγιάς της Ορχιδέας, για να μοιάσουν σαν τον Αλμπέρτο.
από την Omega_Wolf (38 Δ. Σχ. Λάρισας)
Κάποτε, μια μεγάλη αγέλη από καμηλοπαρδάλεις ζούσαν σε μια όμορφη πεδιάδα. Όλη την ημέρα έπαιζαν και χοροπηδούσαν ανέμελα και χαιρόταν με όλα τα πράγματα γύρω τους. Είχαν τα πάντα!
Μια μέρα, όμως, ξύπνησαν και είδαν πως στο πανέμορφο μέρος που ζούσαν δεν υπήρχε τίποτα πια για φαγητό. Έτσι, αποφάσισε όλη η αγέλη να μεταφερθεί στην άλλη πλευρά της πεδιάδας και, από εκείνη τη στιγμή, άλλαξαν τα πάντα στη ζωή τους.
Παντού υπήρχαν πανύψηλα δέντρα και για να τα φτάσουν, ώστε να μπορέσουν να φάνε, έπρεπε να τεντώσουν τόσο πολύ τον λαιμό τους που, μετά από λίγο καιρό, όλες οι καμηλοπαρδάλεις απέκτησαν τόσο ψηλό λαιμό που δεν έμοιαζαν με κανένα άλλο ζώο.
Αγέλη από καμηλοπαρδάλεις

Στην αρχή ανησύχησαν γιατί ήταν διαφορετικές. Με τον καιρό, όμως, άρχισαν να νοιώθουν πολύ όμορφα και να απολαμβάνουν αυτή τη διαφορετικότητα.
Βοσκούσαν τις κορυφές των δέντρων, όπου κανείς άλλος δεν έφτανε ως εκεί, και έβλεπαν πολύ νωρίτερα από κάθε άλλο ζώο τον κίνδυνο απ’ τον ερχομό των σαρκοφάγων. Έτσι έφευγαν έγκαιρα. Η ικανότητά τους αυτή γρήγορα έγινε αντιληπτή και από τα άλλα ζώα που τις ακολουθούσαν και τις εμπιστεύονταν.
Από τότε, όλες οι καμηλοπαρδάλεις έχουν ψηλό λαιμό.
από την psipsinel (14 Δημοτικό Σχολείο Λάρισας)
Μια ηλιόλουστη μέρα, στο δάσος ήταν μια ζέβρα που την έλεγαν Τάνια. Η Τάνια είχε τρία παιδιά. Το πιο μικρό το έλεγαν Λόρι, το δεύτερο Ντάριλ και το τρίτο Ρομπ.
Έτσι, ένα πρωί, καθώς η μαμά Τάνια μαγείρευε, είχε αφήσει την πόρτα ανοιχτή και η Λόρι το έσκασε. Είχε πάει μια βόλτα στο δάσος, όπου εκεί συνάντησε αγριογούρουνα.
Τα αγριογούρουνα άρχισαν να την περικυκλώνουν και να την κυνηγάνε. Η Λόρι άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ενώ η μαμά Τάνια άρχισε να την ψάχνει. Ο Ντάριλ και ο Ρόμπ έμειναν σπίτι, περιμένοντας την μικρή τους αδελφή. Καθώς η ώρα περνούσε και η μικρή τους αδελφή δεν ερχόταν, σκέφτηκαν να βγουν και αυτοί για να την ψάξουν στο δάσος.
Ο Ντάριλ και ο Ρόμπ βρήκαν την μαμά τους και έψαχναν και οι τρεις μαζί. Τα αγριογούρουνα είχαν πάρει μαζί τους την μικρή Λόρι και ετοίμαζαν να την βάλουν μέσα σε ένα καζάνι γεμάτο με καυτό νερό για να τη φάνε. Η Τάνια άρχισε να ανησυχεί για την μικρή της κόρη και πίστευε πως θα την χάσει. Μετά από τόσο κόπο και αγωνία, η Τάνια σκέφτηκε να πάει στην σπηλιά των αγριογούρουνων για να ρωτήσει μήπως την είδαν.
Γιατί οι ζέβρες έχουν ρίγες;

Καθώς πήγαιναν εκεί, άκουσαν τη μικρή Λόρι να φωνάζει βοήθεια. Η μαμά Τάνια μαζί με τον Ντάριλ και τον Ρομπ πλησίασαν κοντά στην σπηλιά και είδαν τη Λόρι να την ετοιμάζουν να την βάλουν στο καζάνι. Αμέσως έτρεξαν, άρπαξαν τη Λόρι και έφυγαν. Μόλις γύρισαν σπίτι και οι τέσσερις μαζί, βρήκαν κάτω από την πόρτα τους μια πρόσκληση για ένα μασκέ πάρτι στο δάσος. Ήταν ο καλύτερος τρόπος για να ξεχάσουν τη λαχτάρα που πήραν! Ενθουσιάστηκαν τόσο πολύ που άρχισαν τις προετοιμασίες.
Έτσι, όλες οι ζέβρες βάφτηκαν με κάρβουνο και έγιναν ασπρόμαυρες και αυτό το χρώμα κράτησε για πάντα.
από την psipsinel (14 Δημοτικό Σχολείο Λάρισας)
Η αλλαγή του κλίματος και ο ασυνήθιστα θερμός φετινός χειμώνας ξύπνησε πολλές αρκούδες από τη χειμερία νάρκη τους, νωρίτερα από το κανονικό, σύμφωνα με τον Αρκτούρο.
Υπό κανονικές συνθήκες, πρώτες ξυπνούν από τη χειμερία νάρκη οι αρσενικές αρκούδες, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο. Ακολουθούν οι θηλυκές και, στη συνέχεια, οι αρκούδες που έχουν γεννήσει πρόσφατα.
Έτσι λοιπόν, o Άλκης ο αρκούδος, και φέτος επέλεξε να κοιμηθεί σε φυσική φωλιά την οποία και διαμόρφωσε τοποθετώντας κλαδιά και φύλλα. Παρ’ όλα αυτά, ξύπνησε νωρίτερα για να απολαύσει την ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα αλλά και γιατί οι μυρωδιές από τα φαγητά της γιορτής του έσπασαν τη μύτη !!!
Βγήκε, λοιπό, από μια αφύλαχτη πύλη και, να σου, ξεκίνησε για το χωριό. Δίψασε, όμως, λιγάκι και, καθώς προχωρούσε αμέριμνος, βρήκε μια αποθήκη γεμάτη με γυάλινες φιάλες γεμάτες με κρασί.. Πιστεύοντας πως έχουν νερό, αρπάζει, λοιπόν, μια φιάλη και άσπρο πάτο!!!
Του φάνηκε τέλειο και σκέφτηκε μέσα του: «αυτό το νερό πίνουν οι άνθρωποι και τρώνε, χορεύουν και γλεντούν στη γιορτή» και, χωρίς να το πολυσκεφτεί, αρπάζει και δεύτερη και τρίτη φιάλη με κρασί ….
Άλκης ο αρκούδος ο χορευτής

Άρχισε να ζαλίζεται αλλά η κοιλιά του είχε αρχίσει να γουργουρίζει ακατάπαυστα και οι μυρωδιές από τα ψητά στην πλατεία δεν του φαινόταν μακριά, μιας και οι αρκούδες έχουν τέλεια όσφρηση.
Ο απότομος κατηφορικός δρόμος τον οδήγησε απευθείας στις ταβέρνες της πλατείας. Οι σούβλες με τα ψητά τρέλαναν τη μύτη του.
Ήταν νωρίς, ακόμη, και λιγοστοί άνθρωποι κυκλοφορούσαν. Ένας πιτσιρικάς, μόλις τον είδε μέσα από το παράθυρο, φοβήθηκε. Χωρίς να το σκεφτεί, όμως, πήγε κοντά του. Ο Άλκης ο αρκούδος τον χαιρέτησε αλλά η επιθυμία του για φαγητό ήταν πολύ μεγάλη. Χωρίς δισταγμό, αρπάζει την πρώτη σούβλα με το μισοψημένο κρέας - τον έκαψε λίγο είναι αλήθεια - αλλά άρχισε να τρώει. Ο πιτσιρικάς, αποσβολωμένος, τον κοίταζε. Χορτασμένος πλέον ο Άλκης ο αρκούδος θέλησε να ξαποστάσει στο παγκάκι της πλατείας.
Ο κόσμος είχε αρχίσει να μαζεύεται γύρω του αλλά, θες το μεθυστικό κρασί θες το ωραίο φαγητό, έκαναν τον Άλκη τον αρκούδο τόσο φιλικό με τους ανθρώπους που στο άκουσμα της μουσικής άρχισε να χορεύει με τον δικό του ρυθμό !!!
Από κει, λοιπόν, βγήκε και η παροιμία «μαθαίνει η αρκούδα και χορεύει».
από τη Marinel (14 Δημοτικό Σχολείο Λάρισας)
Κάθε φορά που ο αρκούδος Άλκης έπαιζε με τους φίλους του, συνήθως δεν λέγανε το όνομα του αλλά κοροϊδευτικά τον φώναζαν «ΠΟΛΚΑΦΕ», κάτι που πολύ τον ενοχλούσε !!!! Ο ΠΟΛΚΑΦΕ είχε λευκό τρίχωμα πολικής αρκούδας αλλά με καφέ μπαλώματα!!!
Μια ηλιόλουστη μέρα του χειμώνα, λοιπόν, διέκοψε προσωρινά τη χειμερία νάρκη, κατά πρώτο λόγο, εξαιτίας της ανόδου της θερμοκρασίας μέσα στο καταχείμωνο και, κατά δεύτερο λόγο, επειδή η θερμοκρασία του σώματός στις αρκούδες δεν πέφτει αρκετά και μπορεί, έτσι, εύκολα να ξυπνήσουν από τον χειμωνιάτικο ύπνο τους. Θεωρείται ότι δεν πέφτουν σε χειμερία νάρκη αλλά σε μια μορφή ύπνου, η οποία αναφέρεται ως χειμέριος ύπνος.
Αρκούδος ο "Πολκαφέ"

Εκεί που περιπλανιόταν, λοιπόν, να βρει τροφή, συνάντησε την ΚΑΝΕΛΑ, μια καφέ αρκούδα που κάποιες φορές ερχόταν στην παρέα τους. Προσπάθησε να την αποφύγει αλλά εκείνη τον είδε και, με δυνατή φωνή, του φώναξε «ΠΟΛΚΑΦΕ, ΠΟΛΚΑΦΕ!». Εκείνος δεν απάντησε, ενώ εκείνη συνέχιζε να του φωνάζει…..
Δεν άντεξε για πολύ και, ενοχλημένος, της είπε πως το πραγματικό του όνομα του είναι ΑΛΚΗΣ και όχι ΠΟΛΚΑΦΕ!!!
-Συγνώμη δεν το γνώριζα, του είπε εκείνη και πλησίασε προς το μέρος του, θέλοντας να μάθει το γιατί.
-Είναι μεγάλη ιστορία, της είπε ο ΠΟΛΚΑΦΕ και προχώρησε .. .
-Στάσου!, του είπε η ΚΑΝΕΛΑ, μη φεύγεις!!! Θα με ενδιέφερε, στ’ αλήθεια, η ιστορία σου!!! Θα ήθελες να την μοιραστείς μαζί μου;
Στην αρχή ο αρκούδος δίστασε, αλλά μετά σκέφτηκε πως είναι μια ευκαιρία να βγάλει από μέσα του κάτι που, για καιρό, τον βασάνιζε…
-Ναι βεβαία!!! της απάντησε ο ΠΟΛΚΑΦΕ, μιας και ήταν η μοναδική αρκούδα που έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον για την ιστορία του…
-Αρκετά χρόνια πριν, της είπε, η μητέρα μου η ΑΛΚΜΗΝΗ, μια πολική αρκούδα με χρώμα κατάλευκο, και οι υπόλοιποι πληθυσμοί των πολικών αρκούδων, που ζούσαν στην Αρκτική, μετακινηθήκαν πιο νότια, αναζητώντας τροφή, επειδή, λόγω των κλιματικών αλλαγών, η περιοχή τους είχε αρχίσει να θερμαίνεται και ο θαλάσσιος πάγος συρρικνωνόταν επικίνδυνα!!!
-Από την άλλη πλευρά, ο πατέρας μου ο ΓΟΥΝΙΝΟΣ και υπόλοιποι πληθυσμοί των βορειοαμερικανικών καφέ αρκούδων μετακινούνταν προς τον, όλο και θερμότερο, βορρά για αναζήτηση τροφής. Εκεί, λοιπόν, κάπου στη μέση, συναντήθηκαν σε ένα ζωολογικό κήπο, σε συνθήκες αιχμαλωσίας, αγαπηθήκαν και, παρά τη διαφορετικότητα τους, καρπός της αγάπης τους είμαι εγώ!!! Ένας παράξενος αρκούδος!!!!
-Κοίτα με. Έχω το λευκό τρίχωμα της πολικής αρκούδας αλλά με καφέ μπαλώματα της βορειοαμερικανικής καφέ αρκούδας Πρόσεξε τα μακριά μου νύχια, την καμπουριασμένη ράχη και το κοντύτερο ρύγχος από αυτό της βορειοαμερικανικής καφέ αρκούδας. Επειδή, λοιπόν, πάνω μου συναντάς χαρακτηριστικά και από τους δυο γονείς μου, έτσι, προέκυψε και το όνομα ΠΟΛΚΑΦΕ!!!
-Κάθε φορά που συναντιόταν οι πληθυσμοί των αρκούδων της περιοχής, όλοι με κοίταζαν περίεργα, λόγο της διαφορετικότητας μου, και με σχολίαζαν χαμηλόφωνα και κοροϊδευτικά… Οι γονείς μου, όμως, που ήταν πάντα διπλά μου, με ενθάρρυναν, λέγοντας μου πως «η διαφορετικότητα δεν είναι απαραίτητα μειονέκτημα αλλά μπορεί κάλλιστα να γίνει ένα μεγάλο πλεονέκτημα» …
-Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία μου ΚΑΝΕΛΑ, της είπε ο ΑΛΚΗΣ ο αρκούδος. Πραγματικά χάρηκα πολύ που συναντηθήκαμε και την μοιράστηκα μαζί σου!!!
-Υπέροχη ιστορία του απάντησε η ΚΑΝΕΛΑ. Εγώ, στη θέση σου, δεν θα στενοχωριόμουν καθόλου για το όνομα μου, ΠΟΛΚΑΦΕ, απεναντίας θα χαιρόμουν για το ότι δυο διαφορετικές αρκούδες, παρά τις αντίξοες συνθήκες, βρήκαν τον τρόπο να ταιριάξουν !!!
από τη Marinel (14 Δημοτικό Σχολείο Λάρισας)
Ήταν κάποτε ένα σμήνος λευκές πεταλούδες που πετούσαν ανέμελα στον ουρανό. Πετούσαν από λουλούδι σε λουλούδι και τα κάτασπρα φτερά τους έκαναν αντιθέσεις με τα πολύχρωμα λουλούδια. Πότε ανέβαιναν πιο ψηλά στον ουρανό, πότε ακουμπούσαν χαμηλά στο χώμα, παίζοντας χίλια δυο παιχνίδια.
Ένα μεσημέρι, κατακαλόκαιρο, έριξε μια δυνατή μπόρα. Οι πεταλούδες δεν το έβαλαν κάτω. Περίμεναν υπομονετικά να σταματήσει η βροχή για να βγουν για παιχνίδι. Πράγματι, μόλις βγήκε ο ήλιος, ξεχύθηκαν στον ουρανό. Ύστερα από λίγα λεπτά βγήκε και ένα τεράστιο πολύχρωμο ουράνιο τόξο
-Πάμε για τσουλήθρα!!!
(Ακούστηκε μια φωνή)
-Πάμε!!!
Φώναξαν όλες οι πεταλούδες χαρούμενα!
Γεμάτες κέφι άρχισαν να ανεβοκατεβαίνουν στο ουράνιο τόξο. Ύστερα, όμως, από λίγη ώρα όλες είχαν γίνει πολύχρωμες, τα φτερά τους είχαν αποκτήσει όλα τα χρώματά του: μωβ, κίτρινο, ροζ, μπλε, κόκκινο, πορτοκαλί, πράσινο και γαλάζιο.
Οι λευκές πεταλούδες

-Το ουράνιο τόξο ξεβάφει, γεμίσαμε χρώματα!!!
-Μην ανησυχείτε….
Θα πάμε στο ποτάμι και θα ξεπλύνουμε τα φτερά μας… θα ξαναγίνουν πάλι λευκά.
-Τέλεια ιδέα!!! είπαν όλες δυνατά.
Έτσι, ξέπλυναν πρώτα το ένα φτερό. Όμως, πριν προλάβουν να ξεπλύνουν και το δεύτερο πετάχτηκε ένα ψάρι, τις τρόμαξε και σηκώθηκαν φτερουγίζοντας. Τότε, ξαναβάφτηκε το λευκό φτερό όμοια με το άλλο.
Από τότε όλες οι πεταλούδες είναι πολύχρωμες και τα φτερά τους είναι χρωματισμένα με διάφορα χρώματα και σχέδια!!!!!
από τη Melissa (14 Δημοτικό Σχολείο Λάρισας)
Μια φορά, ένα πουλί ήταν σε ένα δέντρο και η οικογένεια του έλειπε σε ένα μακρινό ταξίδι. Το πουλάκι, μια μέρα, αποφάσισε να φύγει για να βρει τους γονείς του, αλλά εκείνοι ήταν πολύ μακριά.
Τότε, το πουλάκι αναρωτήθηκε πώς θα πάει στους γονείς του και, έτσι, πήρε την απόφαση να πάρει τον πιο σύντομο δρόμο για να φτάσει κοντά τους. Ο πιο σύντομος δρόμος ήταν πετώντας. Το πουλί, όμως, δεν ήξερε να πετάει κι έτσι επεξεργάστηκε όσες περισσότερες ιδέες μπορούσε να σκεφτεί για να πετάξει. Ξαφνικά, βρήκε την καλύτερη ιδέα, η οποία ήταν να φτιάξει τα δικά του φτερά με πούπουλα, που ανακάλυψε στο κάτω μέρος του δέντρου.
Όταν, όμως, είχε κατέβει, το πουλάκι βρήκε ένα μεγαλύτερο πουλί που το ρώτησε:
-Τι θέλεις να κάνεις μ’ αυτά τα φτερά;
Έτσι, το πουλάκι του απάντησε ότι:
-Θέλω να φτιάξω τα φτερά μου για να πάω στους γονείς μου που είναι σε ένα μακρινό ταξίδι.
Τότε, το άλλο πουλί το ξαναρώτησε:
-Αφού δεν έχουμε φτερά πώς θα πας τόσο μακριά όπως είπες;
Το πουλάκι, αμέσως, του έδωσε την εξής απάντηση:
Γιατί τα πουλιά έχουν φτερά;

-«Μπορεί να μην έχουμε φτερά αλλά για τους γονείς μας όλα τα κάνουμε! Και φτερά βγάζουμε, και πούπουλα φυτρώνουν στο δέρμα σου, και λοφίο αποκτάς. Αρκεί να το θέλεις πολύ.»
Και, έτσι, επέστρεψε στη φωλιά του και άρχισε τη δουλειά.
Όταν τελείωσε τα φτερά του, τα δοκίμασε και πετούσαν. Όλα τα πουλιά εντυπωσιάστηκαν κι άρχισαν και εκείνα να τσιμπούν το δέρμα τους και να τραβούν τις τρίχες με το ράμφος τους Σε λίγο, όλα τα πουλιά απέκτησαν φτερά και μάλιστα πολύ ιδιαίτερα κάποια από αυτά. Άλλα ήταν μονόχρωμα άλλα πολύχρωμα, άλλα με σχήματα και σχέδια άλλα με συνδυασμούς. Όλα τους όμως χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
-Στα πούπουλα ή αυτά που καλύπτουν το δέρμα των πουλιών.
-Στα ερετικά ή κωπιαία φτερά, που βοηθούν στο πέταγμα και υπάρχουν στις φτερούγες τους
-και στα πηδαλιούχα φτερά, που κατευθύνουν τα πουλιά προς μια κατεύθυνση και τα συναντάμε, κυρίως, στην ουρά τους.
από τον Hitman (14 Δημοτικό Λάρισας)
Ο σκαντζόχοιρος είναι ένα πολύ χρήσιμο ζώο, γιατί τρώει τα έντομα τα οποία προκαλούν ζημιά στα φυτά. Είχε, όμως, ένα πρόβλημα. Δεν είχε τρίχωμα. Το ζώο ήταν εκτεθειμένο σε μεγάλους κινδύνους και μπορούσαν να το φάνε όλα τ’ άλλα αρπακτικά. Γι’ αυτό το λόγο έπρεπε να κρύβεται συνέχεια.
Μια μέρα, ένας κύριος βρήκε έναν σκαντζόχοιρο στο δρόμο, καθώς περπατούσε, και αποφάσισε να τον πάρει μαζί του, να τον έχει στον κήπο του, για να του προστατεύει τα φυτά του από τα έντομα που του τα έβλαπταν. Ανάμεσα στα φυτά του κυρίου υπήρχαν και πολλοί κάκτοι.
Καθώς ο κύριος έκανε τις εργασίες του στον κήπο, ανακάλυψε και άλλον σκαντζόχοιρο που ήταν θηλυκός. Όταν την αντίκρισε ο αρσενικός σκαντζόχοιρος την ερωτεύτηκε. Τα αισθήματα ήταν αμοιβαία κι έτσι δεν άργησαν να γίνουν ζευγάρι. Έζησαν μαζί αρκετό καιρό, στην ασφάλεια που τους προσέφερε ο κήπος, επειδή δεν υπήρχαν άλλα ζώα εκεί, και απέκτησαν και απογόνους.
Πως απέκτησε ο σκαντζόχοιρος τα αγκάθια του;

Ένα βράδυ, καθώς απολάμβαναν την πανσέληνο, το ερωτευμένο ζευγάρι αποκοιμήθηκε. Ξαφνικά δέχτηκαν επίθεση από μια αλεπού, η οποία πεινούσε πάρα πολύ. Ξύπνησαν έντρομοι από το γρύλισμα της αλεπούς, η οποία στεκόταν πάνω από τα κεφάλια τους απειλητικά. Αμέσως, τα σκαντζοχοιράκια αντέδρασαν πάρα πολύ γρήγορα και άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητα πάνω, κάτω, δεξιά και αριστερά μέσα στον κήπο. Εκεί, είχαν μια αναπάντεχη σύγκρουση πάνω σε ένα κάκτο όπου κατατρυπήθηκε το δέρμα τους από τα αγκάθια του κάκτου.
Ένιωσαν πολύ δυνατούς πόνους στο δέρμα τους και έκλαιγαν. Η αλεπού εκμεταλλεύτηκε αυτή τη σύγκρουση και τα στρίμωξε, λέγοντας τα:
«Τώρα σας έπιασα και δεν θα μου γλιτώσετε». Άνοιξε το τεράστιο στόμα της με τα κοφτερά της δόντια και όρμησε να τα φάει, αλλά εκεί την πάτησε. Τα αγκάθια που είχαν κολλήσει στο δέρμα από τα σκαντζοχοιράκια καρφώθηκαν με δύναμη στο στόμα και της τραυμάτισαν τα ούλα της. Άρχισε να ουρλιάζει από τον πόνο, τα άφησε από το στόμα της και έφυγε τρέχοντας και κλαίγοντας. Αυτή η επίθεση έμεινε αξέχαστη στα σκαντζοχοιράκια και, έτσι, κατάλαβαν πως για να προστατεύονται θα πρέπει να έχουν αγκάθια.
Όταν απέκτησαν το πρώτο τους παιδί έμειναν έκπληκτοι γιατί γεννήθηκε με αγκάθια, όπως και όλοι οι υπόλοιποι σκαντζόχοιροι.
από τον Μενέλαο Καρκαλιούρα (14 Δημοτικό Σχολείο Λάρισας)
Τα Πάντα χωρίζονται σε δύο είδη: Τα κόκκινα και τα λευκά. Πώς όμως έγινε αυτός ο διαχωρισμός;
Στην αρχή, όλα τα Πάντα ήταν λευκά. Μέχρι που, μία μέρα, ένα μικρό Πάντα απομακρύνθηκε από τη φυλή του. Ήθελε να μείνει μόνο του, γιατί ήταν στεναχωρημένο…… πολύ στεναχωρημένο. Όπως περπατούσε, συνάντησε έναν παράξενο Λαγό. Πηδούσε ψηλά, σχεδόν ίσα με τα δέντρα, και έκανε τούμπες στον αέρα, γελώντας δυνατά. Το Πάντα ενθουσιάστηκε, ξέχασε την θλίψη του και αμέσως έτρεξε κοντά του.
-Γεια σου Λαγέ! Πώς τα κάνεις όλα αυτά τα φοβερά κόλπα; τον ρώτησε.
-Να σου πω την αλήθεια, τώρα τα δοκιμάζω για πρώτη φορά και είμαι σίγουρος πως μπορώ να κάνω και άλλα. Κοίτα με πόσο γρήγορα τρέχω! Είπε και εξαφανίστηκε σαν σίφουνας πίσω από τους θάμνους.
Το Πάντα τον ακολούθησε, τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά τον έχασε.
Το κόκκινο πάντα

-«Αχ, να μπορούσα να είμαι πάνω στα δέντρα και να πηδάω από κλαδί σε κλαδί! Τότε, σίγουρα θα τον προλάβαινα ή τουλάχιστον θα τον έβλεπα από πάνω!» σκέφτηκε και ξαναθυμήθηκε τη θλίψη του. Γιατί, για αυτό το λόγο, ήταν στεναχωρημένος. Ήθελε τόσο πολύ να σκαρφαλώνει στα δέντρα, αυτά να είναι το σπίτι του και από εκεί να βλέπει όλο το δάσος.
Ξαφνικά, ο λαγός εμφανίστηκε και του φώναξε:
-«΄Ει!! Μικρό Πάντα, τι περιμένεις; Έλα ….»,
και χώθηκε στην κουφάλα μιας κόκκινης βελανιδιάς. Έτρεξε ο μικρός και χώθηκε αμέσως κι αυτός. Άκουσε τη φωνή του λαγού από ψηλά να του λέει:
-Το όνειρό σου μπορεί να γίνει αληθινό!!!
-Μα πώς; ρώτησε το μικρό Πάντα έκπληκτο.
-Σκέψου τι είναι αυτό που θέλεις, πίστεψέ το και θα πραγματοποιηθεί.
Έκλεισε τότε τα μάτια του ο μικρός και είδε τον εαυτό του να ζει στα δέντρα. Είδε τον ουρανό, τα πουλιά, άκουσε τον αέρα ανάμεσα στα φύλλα, δοκίμασε τα νόστιμα φρούτα … και τότε ένιωσε το σώμα του να μικραίνει και να λεπταίνει, την ουρά του να στροβιλίζεται μεγαλώνοντας και φουντώνοντας και άκουσε την κόκκινη βελανιδιά να του λέει:
-«Θα μείνεις για πάντα μικρούλης για να σε έχω στα κλαδιά μου».
Τον αγκάλιασε και του έδωσε το χρώμα της.
Μόλις το πάντα βγήκε από το δέντρο είχε μεγάλη και φουντωτή ουρά, λεπτό και αδύνατο σώμα, μυτερά αυτιά, κοντά μαύρα πόδια και το τρίχωμά του ήταν κατακόκκινο. Εκείνη τη στιγμή προσπάθησε να σκαρφαλώσει σε ένα δέντρο και κατάφερε να ισορροπήσει στα κλαδιά του, χάρη στην ουρά του. Τότε, άρχισε να πηδά από κλαδί σε κλαδί και δεν κατάλαβε πόσο πολύ και ποσό γρήγορα απομακρύνθηκε.
Πριν πάει πολύ μακριά, θυμήθηκε τον λαγό και γύρισε αμέσως για να τον ευχαριστήσει. Αυτός, όμως, είχε εξαφανιστεί! Το μικρό μας Πάντα έψαξε παντού αλλά δεν τον βρήκε πουθενά. Αποφάσισε πως θα ζει στα δέντρα από εδώ και πέρα και ίσως, κάποια μέρα, τον συναντούσε.
Όταν πήγε στο χωριό του για να αποχαιρετήσει την οικογένειά του, τα υπόλοιπα Πάντα που τον είδαν, ενθουσιάστηκαν και κάποια από αυτά ήθελαν να του μοιάσουν και το ακολούθησαν στα δέντρα. από τον Mindpower (14 Δημοτικό Σχολείο Λάρισας)
