
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα πολύ όμορφο, ξανθό και χαμογελαστό αγόρι που τον έλεγαν Φαέθοντα. Μια μέρα η μητέρα του είπε ότι ήταν ο γιος του Ήλιου. Από τότε κάθε μέρα ο Φαέθοντας τον χαιρετούσε.
Μια μέρα που έπαιζε με τους φίλους του, τους είπε περήφανος ότι ο πατέρας του ήταν ο Ήλιος. Εκείνοι όμως όμως δεν τον πίστεψαν, γέλασαν και τον κορόιδεψαν.
Ο Φαέθοντας στενοχωρήθηκε πολύ. Αποφάσισε να πάει να βρει τον πατέρα του και να του ζητήσει να οδηγήσει για λίγο το άρμα του. Έτσι, θα τον έβλεπαν οι φίλοι του ψηλά στον ουρανό και θα τον πίστευαν.
Τελικά, ο Φαέθοντας πείθει τον πατέρα του να του δώσει το άρμα του. Όμως, ο Ήλιος είναι πολύ ανήσυχος και του δίνει μερικές συμβουλές. Πρέπει να προσέχει πολύ γιατί τα άλογα είναι άγρια, να κρατά γερά τα λουριά, και να μη φοβηθεί τα θηρία του Ουρανού.
Ο Φαέθοντας στην αρχή κρατούσε γερά τα ηνία όμως όταν εμφανίστηκαν τα θηρία του Ουρανού ξέχασε τις συμβουλές του πατέρα του και του έφυγαν τα ηνία από τα χέρια.
Τότε τα άλογα άρχισαν να σέρνουν το άρμα όπου ήθελαν αυτά. Μια πήγαιναν απότομα ψηλά στον ουρανό και έκαναν το Φαέθοντα να φοβάται ακόμα πιο πολύ.
Και αμέσως μετά, κατέβαιναν απότομα προς τη γη. Όλα έπαιρναν φωτιά, τα δάση καίγονταν και τόσο πολύ φοβήθηκε και η ίδια η Γη που παρακάλεσε το Θεό Δία να τη βοηθήσει.
Τότε ο Δίας έριξε έναν μεγάλο κεραυνό και τα άλογα φοβήθηκαν και γύρισαν απότομα για να πάνε πίσω στο παλάτι του Ήλιου.
Δυστυχώς, τρόμαξε πολύ και ο Φαέθοντας κι έχασε την ισορροπία του. Έπεσε από το άρμα του Ήλιου και πνίγηκε μέσα σ'ένα ποτάμι.
Από τότε ο Ήλιος, πηγαίνει συχνά πάνω από το ποτάμι. Κρύβεται πίσω από τα σύννεφα και στενοχωρημένος σκέφτεται το γιο του, το Φαέθοντα. Μάλιστα, μερικές φορές κλαίει κιόλας και τότε βρέχει.
ΤΕΛΟΣ
