Ο Χιονάνθρωπος που δεν ήθελε να λιώσει
του Μάνου Κοντολέων



Μια φορά και έναν καιρό, στην κορυφή ενός χιονισμένου βουνού ζούσε ένας χιονάνθρωπος. Για μάτια είχε δυο κουκουνάρια, για μύτη ένα βελανίδι, τα χέρια του ήταν δυο ξερά κλαριά από πεύκο, το στόμα του -μια φούντα θυμαριού-το είχε χάσει.
Ήταν χειμώνας, έκανε κρύο πάνω στο βουνό και ένας τέτοιος καιρός άρεσε στον χιονάνθρωπο. Μα κάποιος αγριοκούνελος τον πληροφόρησε πως σε λίγο θα τελείωνε ο χειμώνας , θα ΄ρχότανε η Άνοιξη με τον ήλιο της και το χιόνι θα ΄λιωνε.
"Που να πάω για να σωθώ;" ρώτησε ο χιονάνθρωπος τον αετό. Αυτός άπλωσε τη φτερούγα του και του έδειξε κατά το βορρά.
Έφθασε σε μια πλατεία, τον είδανε τα παιδιά που παίζανε στην πλατεία, τον πήραν μαζί τους. "Δες τα μάτια του", φώναξε η Κατερίνα
" Τι αστεία χέρια που έχει" γέλασε ο Στέφανος.
Κι ο Κωστής του κόλλησε ένα καπάκι από κόκα κόλα για στόμα. Ο χιονάνθρωπος διασκέδαζε με τα καμώματα των παιδιών, μα δε ξεχνούσε πως έπρεπε να συνεχίσει το ταξίδι του.
Σα νύχτωσε , λοιπόν, κι άδειασε η πλατεία, πήρε πάλι τους δρόμους." Από εδώ πάνε για το βορρά;" ρώτησε το λεωφορείο." Πήγαινε στο λιμάνι και τα καράβια θα σου πούνε!" του απάντησε.
Ο χιονάνθρωπος έψαξε για το λιμάνι, το βρήκε, είδε τ' αραγμένα καράβια, τα ρώτησε αν ξέρουν πως πάνε στο βορρά. Θα σε πηγαίναμε εμείς, μα έχει τρικυμία αυτές τις ημέρες και δε σαλπάρουμε", τον απογοήτεψαν τα καράβια.
Και τώρα τι θα κάνω;" δάκρυσε ο χιονάνθρωπος. Τον είδε έτσι λυπημένο μια βαρκούλα-ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ τη λέγανε. "Άντε να σε πάω εγώ!" του είπε και ο χιονάνθρωπος καταχάρηκε. Βολεύτηκε κάπου στην πλώρη και ανοίχτηκαν στο πέλαγο.
Η φουρτούνα ήταν δυνατή. Να κάτι θεόρατα κύματα χτυπάγανε τη βάρκα κι έτριζαν τα γέρικα ξύλα "κρίτς!" ,ράγισε το σκαρί. Μπήκαν νερά, πάει βούλιαξε η ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ, βρέθηκε στο βυθό ο χιονάνθρωπος.
Τον είδανε τα ψάρια, τα μικρά τρομάξανε, τα πιο μεγάλα ξαφνιαστήκανε. Ήταν και ένας καρχαρίας που όρμησε και "χαπ!" έκοψε ένα κομμάτι από την κοιλιά του χιονάνθρωπου. Μα ήταν παγωμένη η μπουκιά και του πονέσανε οι αμυγδαλές του και το 'βάλε στα πόδια ο καρχαρίας.
"Βοήθεια"! φώναξε αλλά δεν υπήρχε κανείς στο βυθό που θα μπορούσε να τον σώσει .Έλιωσε, λοιπόν και έγινε νερό.
Ένα αυλάκι που κάποτε ήταν χιονάνθρωπος.
Πέρασαν πολλές μέρες, πολλοί μήνες, και το νερό που κάποτε ήταν χιονάνθρωπος βρέθηκε σε άλλη παραλία. Το έριξαν τα κύματα στα βράχια, κύλησε σε μια λακούβα κι έμεινε εκεί.
Βγήκε ο ήλιος και το ζέστανε, το έκανε μικρές σταγόνες, π' ανασηκώθηκαν ψηλά, μέχρι τον ουρανό φθάσανε, ενωθήκανε όλες μαζί φτιάξανε ένα σύννεφο.
Ο άνεμος έσυρε μαζί του το σύννεφο, το έφερε πάνω από το βουνό το χιονισμένο, απ' όπου ο χιονάνθρωπος είχε ξεκινήσει, κι εκεί το σύννεφο έπεσε σαν χιόνι πάνω στην κορυφή.
Κάτι περαστικοί ορειβάτες άρχισαν το χιονοπόλεμο και μετά φτιάξανε έναν χιονάνθρωπο. Του βάλανε δυο κουκουνάρια για μάτια, ένα βελανίδι για μύτη, δυο ξερά κλαριά από πεύκο για χέρια. Μετά φύγανε και ξεχάσανε το στόμα.
Μα αυτό δε στεναχώρησε το χιονάνθρωπο. Ήταν τόσο χαρούμενος, που δε χάθηκε ουτε στην πλατεία, ούτε στη μανιασμένη θάλασσα, ούτε και στο βυθό με τα κοχύλια του , τα ψάρια του κι εκείνον τον απαίσιο τον κακό καρχαρία του.
