
Μια φορά και έναν καιρό η γριά Μαρία ύστερα από πολλά έτη, ξενιτεμένη αποφάσισε να επιστρέψει στη γενέτειρά της, την Αμμόχωστο. Μάζεψε όλα τα υπάρχοντά της και γεμάτη ανυπομονησία ταξίδεψε για τα παλιά της λημέρια.
"Νιώθω πολύ τυχερή που θα αντικρίσω το χρυσοπράσινο νησί μου", έλεγε σε όλους τους επιβάτες του βαποριού κι εκείνοι την άκουγαν με προσοχή και την συμπονούσαν.
Όταν έφτασε στην αυλόθυρα του μισοκατεστραμμένου από την ταλαιπωρία σπιτιού της παρουσιάστηκε μια μορφή σχεδόν αγγελική προκαλώντας της δέος.
Ήταν ένα νεαρό παιδί λαμπερό στην όψη σαν τον ήλιο. Τα μάτια του ήταν καταπράσινα και την σαγήνευσαν, μόλις τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν. Η μακριά ολόξανθη κόμη του με την αλογίσια χαίτη του την τραβούσε σιμά του. Όμως εκείνο που την εντυπωσίασε ήταν το ολόλευκο πέπλο που φορούσε και σκέπαζε το καλοσχηματισμένο σώμα του. Η πηγαία καλοσύνη του ήταν έκδηλη στην όψη του.
Όταν την πλησίασε, της άγγιξε με ευγένεια το δεξί της χέρι και της ψιθύρισε στο αυτί.
-«Να χαρείς το πατρικό χώμα που πατάς. Να γεμίσεις τις «τσέπες» σου με τον αέρα της Αμμοχώστου».
-«Ποιος είσαι και γιατί με συμβουλεύεις; Εξάλλου, εγώ για αυτό γύρισα. Δεν χρειάζομαι νεαρέ τις προτροπές σου».
-«Κυρά- Μαρία, πήγαινε να γιορτάσεις για τελευταία φορά τον Κατακλυσμό, πάρε και την ξεχασμένη πιτσίλκα σου και βρέξε όποιον συναντήσεις για να αναγεννηθείς, γιατί πλησιάζει το τέλος». Και εξαφανίστηκε…

Η ξενιτεμένη για χρόνια γριά εξέλαβε τα λόγια του νεαρού ως προμήνυμα του θανάτου της και μάζεψε όση δύναμη της απέμεινε για να χαρεί τις τελευταίες στιγμές της.
«Εάν πεθάνω στην πατρίδα μου ελεύθερη, θα πεθάνω αληθινά ευτυχισμένη», έλεγε σιωπηλά κοιτώντας το κενό.
Έπρεπε όμως να κινηθεί γρήγορα, γιατί πλησιάζει ο «Κατακλυσμός». Εκείνη ήταν ακόμη απορροφημένη στις σκέψεις της. Κοντοστάθηκε στην εξώπορτα του πατρικού σπιτιού της και σχεδόν μηχανικά έβαλε το σκουριασμένο κλειδί και μετά βίας άνοιξε...
Το οξυγόνο που τώρα ανέπνεε ήταν μεθυστικό, σωτήριο. Θυμήθηκε μονομιάς όλες τις ευχάριστες στιγμές που έζησε εκεί, τα δύσκολα αλλά ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, την ολάνθιστη γη της λεμονιάς και τον μεταξένιο κήπο τους. Το βλέμμα της όμως σκοτείνιασε ξαφνικά, όταν η ανάμνηση της την οδήγησε στην σκληρή εκτέλεση του πατέρα της, του Κυρ- Ανδρέα, λόγω της συμμετοχής του στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα, το 1956. Ήταν και η ημέρα που μαζί με την οικογένεια της αποφάσισε να φύγει μακριά…
Οι άσχημες αναμνήσεις της έπαυσαν, από τον δυνατό χτύπο της καμπάνας. Τότε κατάλαβε ότι η ημέρα του «Κατακλυσμού» σήμαινε και το δικό της τέλος.
Άνοιξε την σχεδόν ερειπωμένη πόρτα της αποθήκης, πήρε την γέρικη πιτσίκλα της και με γοργά, μηχανικά βήματα κατευθύνθηκε στην κοντινή παραλία για να παραβρεθεί για στερνή φορά, όπως πίστευε, στη γιορτή που τόσα χρόνια νοσταλγούσε και να λάβει την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.
Όταν την αναγνώρισαν μετά δυσκολίας οι συγχωριανοί της έσπευσαν να την σφιχτοαγκαλιάσουν.
-«Κυρά- Μαρία, η χαρά μας είναι απίστευτη με την επιστροφή σου»
-«Κι εγώ αισθάνομαι πλήρης και βαθύτατα ευτυχισμένη μαζί σας. Τα χρόνια που μας χώρισαν ήταν πολλά. Ας τα ξεχάσουμε κι ας χαρούμε την γιορτή».
Σαν μικρά παιδιά συμμετείχαν όλοι ευτυχισμένοι, έφαγαν τα πλούσια κυπριακά εδέσματα, που ήταν απλωμένα σε πάγκους, ήπιαν, έτρεξαν και θαύμασαν τις κυπριακές πλούσιες χειροτεχνίες.
Τίποτα δεν μπορούσε να ξεπεράσει τη χαρά της Κυρά- Μαρίας, από τη συμμετοχή της στα περίφημα «τσιαττιστά», καθώς αγαπούσε από παιδί την ποίηση και τη μουσική. Αμέσως αυθόρμητα ανασηκώθηκα κι άρχισε δυνατά να απαγγέλει αυτοσχεδιάζοντας.
«Ψες αργά μεσάνυχτα
σκέφτηκα να γυρίσω
στην λατρευτή Αμμόχωστο
τα μάτια μου να κλείσω.
Γέμισα τα σωθικά με εθνικό αέρα
εκεί που κάποτε ζούσα με τον χαμένο πατέρα
και είμαι πλήρης ακόμη κι αν πεθάνω αυτήν την ημέρα
το Άγιο Πνεύμα θα με συντροφεύει
όταν η ψυχή μου θα ταξιδεύει»
Όλοι την χειροκροτούσαν, αλλά εκείνη κάθισε σε έναν βράχο, έκλεισε τα μάτια της ρουφώντας τον αέρα της Αμμοχώστου περιμένοντας το τέλος της, όπως της είχε πει η αγγελική μορφή, που συνάντησε. Τα άνοιξε μόνο, όταν η κυρά- Θεοδώρα την έβρεξε με την πιτσίκλα της γεμάτη νερό.
Η υπόλοιπη ημέρα πέρασε, όπως και οι επόμενες. Όμως η κυρά- Μαρία περίμενε ακόμη…
Τα μεσάνυχτα της 15ης Ιουλίου, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος και οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν δυνατά. Εκείνη σκοτείνιασε μέσα της. Κάτι κακό συνέβαινε. Τότε παρουσιάστηκε η ίδια ασπροφορεμένη μορφή. Αυτή τη φορά όμως στην καρδιά του ο νεαρός ήταν λαβωμένος από ένα κατάμαυρο οθωμανικό τσεκούρι.
Μόλις που πρόλαβε να φωνάξει ξεψύχησε:
-«Κυρά- Μαρία έρχονται οι Τούρκοι. Πρέπει άμεσα να φύγετε»
-«Προτιμώ να πεθάνω σε ελεύθερη πατρίδα» απάντησε εκείνη.
Αμέσως, έκλεισε τα μάτια της για να μη δει το κακό που ερχόταν. Η γέρικη καρδιά της δεν άντεξε το φοβερό μαντάτο...
Η κυρά- Μαρία από εκείνη την ημέρα κυκλοφορεί με κλειστά τα μάτια και πληγωμένη την καρδιά της. Θα τα ανοίξει μόνο, εάν η Αμμόχωστος ελευθερωθεί...
Τότε θα αναστηθεί, όπως και η πατρίδα της!
