Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες
και δεν ξέρω που να τ΄ακουμπήσω...
Γιώργος Σεφέρης



Επτά ιστορίες για τη "Γυναίκα με την υδρία"
«Η γυναίκα με την υδρία», Μαυροδήμου Μαρία
Ξημέρωσε! Και αυτή η μέρα με βρήκε εξουθενωμένη και καταβεβλημένη από τη χθεσινή μέρα. Η καλύβα μας είναι χτισμένη με ξύλα και πλίνθους, όπως και τα περισσότερα σπίτια στο χωριό και καθημερινά χρειάζεται πολλή προσπάθεια για να συντηρηθεί. Άναψα φωτιά για να ζεσταθούμε και για να μαγειρέψω. Ξύπνησα τα παιδιά. Ο άνδρας μου είχε ξυπνήσει πολύ νωρίς για να ποτίσει τα λαχανικά και το καλαμπόκι. Αργότερα με τους άνδρες του χωριού αναχώρησε για το κυνήγι.
Φάγαμε και μαζί με την κόρη μου πήγαμε στον κήπο μας. Συναντήσαμε και άλλες γυναίκες του χωριού. Στο χωριό μας υπάρχουν 10-12 καλύβες και γνωριζόμαστε όλοι με όλους. Είμαστε σα μια μεγάλη οικογένεια. Ήταν μέρα ομαδικής εργασίας και ξεκινήσαμε αμέσως τη δουλειά. Κατασκευάσαμε με πολύ κόπο διάφορα εργαλεία, ένα αλέτρι για να οργώνουμε τα χωράφια μας, ένα δρεπάνι για το θερισμό, μια μυλόπετρα για να αλέθουμε τους σπόρους και πολλά κεραμικά σκεύη για να αποθηκεύουμε την τροφή μας, να τρώμε και να κουβαλάμε νερό. Η κόρη μου που είναι καλή στη ζωγραφική τα διακοσμεί με περίτεχνα, πολύχρωμα σχέδια όπως γραμμές, τρίγωνα, κύκλους κ.ά.
Στη συνέχεια υφάναμε σε αργαλειούς τα ενδύματά μας χρησιμοποιώντας το μαλλί των προβάτων. Στο χωριό έχουμε αρκετά πρόβατα και κατσίκια που μας δίνουν το μαλλί, το κρέας και το πολύτιμο γάλα τους. Το μεσημέρι ο άνδρας μου επέστρεψε. Φάγαμε μια πεντανόστιμη πίτα από καλαμπόκι και λίγα χόρτα. Ο άνδρας μου κοιμήθηκε κι εγώ πήρα το δρόμο για το σπήλαιο του Σαρακηνού. Στο σπήλαιο λατρεύουμε τη μητέρα Γη, τη Θεά τροφό, τη Θεά μας. Πήρα μαζί μου την υδρία για να φέρω νερό από το ποτάμι και προσφορές για τη θεά, ένα γυναικείο και ένα ανδρικό ειδώλιο και ένα μικρό δοχείο με καλαμπόκι. Ανέβηκα τα σκαλιά που οδηγούν στο λόφο , μπήκα στη σπηλιά και ακούμπησα τις προσφορές μου. Ζήτησα από τη Θεά να μας δίνει κάθε μέρα τροφή και να μας προστατεύει από τα άγρια ζώα. Κατέβηκα στο ποτάμι, γέμισα την υδρία μου με δροσερό νερό και επέστρεψα στο σπίτι.Ο καιρός ήταν καλός και είχα την ευκαιρία να μαγειρέψω έξω. Ο άνδρας μου έκοβε τα ξύλα και η κόρη μου τα έριχνε στη φωτιά. Αν και είναι πολύ μικρή, έχει μάθει να φροντίζει το σπίτι καλύτερα από τα υπόλοιπα κορίτσια του χωριού. Η αλήθεια είναι πως έχει μεγαλώσει με αυστηρότητα και έχει διαμορφώσει μια ισχυρή προσωπικότητα.
Πρέπει να μάθει από τώρα να φροντίζει το μελλοντικό της σπίτι, τον άνδρα της και να αναθρέψει σωστά τα παιδιά της. Είμαι περήφανη για κείνη! Το μαγείρεμα τελείωσε. Φάγαμε μια ζεστή σούπα με καλαμποκένιο ψωμί και ξαπλώσαμε νωρίς. Είχε ήδη σκοτεινιάσει. Σκεπαστήκαμε με χοντρά δέρματα ζώων. Το κρύο ήταν τσουχτερό! Το επόμενο πρωί θα σηκωθούμε και πάλι νωρίς. Πρέπει να ξεκουραστούμε!




«Η γυναίκα με την υδρία», Καραγιάννη Κατερίνα
Μόλις μπήκε η άνοιξη. Όλα γύρω είναι ανθισμένα. Ο άνδρας μου έφυγε από το πρωί για το κυνήγι. Εγώ έμεινα στο σπίτι με τα παιδιά. Είπα στη μεγάλη μου κόρη πως σήμερα θα της μάθω κάποιες από τις δουλειές του σπιτιού. Μεγάλωσε πια. Σε λίγο θα παντρευτεί και θα πρέπει και κείνη να φροντίζει το σπίτι της. Τέτοια εποχή όλες οι γυναίκες του χωριού μας ανεβαίνουμε στο σπήλαιο και πηγαίνουμε προσφορές στη Θεά μας, τη μητέρα Γη, για να καλοπαντρευτούν οι κόρες μας και να κάνουν πολλά και γερά παιδιά. Είπα στην κόρη μου να ετοιμάσει τις προσφορές, δύο μικρά ειδώλια, ένα γυναικείο και ένα ανδρικό, ένα κολιέ από μικρές πετρούλες με ένα μεγάλο κοχύλι και ένα αγγείο με καλαμπόκι. Το αφήσαμε μπροστά στο βωμό , προσευχηθήκαμε στη Θεά και επιστρέψαμε στην καλύβα μας.
Έδειξα στην κόρη μου πώς να φροντίζει τον κήπο, να ποτίζει και να ξεριζώνει τα ζιζάνια και της έμαθα να μαγειρεύει ωραίες χορτόσουπες. Σιγά σιγά θα τα μάθει όλα! Είναι πολύ έξυπνη και μαθαίνει εύκολα!

«Η γυναίκα με την υδρία», Γεωργίου Σπύρος
Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό. Η γυναίκα πήρε την υδρία της και απομακρύνθηκε από το χωριό. Πήγαινε στο ποτάμι για να φέρει νερό. Είχε πάρει και τα ενδύματα τα δικά της και του άνδρα της για να τα πλύνει στο ποτάμι. Το ποτάμι δεν ήταν πολύ μακριά. Ήταν λίγα μέτρα έξω από το χωριό. Η γυναίκα έκανε κάθε πρωί αυτή τη διαδρομή για να φέρνει νερό για να μαγειρεύει και να έχει καθαρά ρούχα αυτή και ο άνδρας της. Αφού τελείωνε ξαναγυρνούσε στο χωριό αργά το μεσημέρι.
Το χωριό δεν ήταν μεγάλο. Είχε δώδεκα καλύβες. Τα σπίτια ήταν μικρά, χτισμένα με πέτρες. Η στέγη ήταν φτιαγμένη από καλάμια καλυμμένα με φύλλα. Μέσα το σπίτι είχε ελάχιστα πράγματα. Υπήρχε μια φωτιά στη μέση της καλύβας και άχυρα σκεπασμένα με δέρματα που χρησίμευαν για κρεβάτι. Τα κρεβάτια αυτά ήταν τοποθετημένα σε κάθε γωνιά για να μην είναι κοντά στην φωτιά. Στο κέντρο της σκεπής υπήρχε μια τρύπα για να βγαίνει ο καπνός της φωτιάς έξω.
Μπροστά στο σπίτι υπήρχε ένας μικρός κήπος. Περίμεναν να βρέξει για να ανθίσουν τα λουλούδια και να μεγαλώσουν τα φυτά. Όταν δεν έβρεχε η γυναίκα έφερνε νερό με την υδρία της και τα πότιζε.
Ο άνδρας πήγαινε για κυνήγι. Σκότωνε τα θηράματά του με τις λόγχες που είχε φτιάξει η γυναίκα. Έψηναν και έτρωγαν το κρέας και η γυναίκα έφτιαχνε με το δέρμα των ζώων σκεπάσματα και χοντρά ρούχα για το χειμώνα.
Στον ελεύθερο χρόνο τους έφτιαχναν με πηλό κεραμικά αγγεία που τα στόλιζαν με χρωματιστά σχέδια τρίγωνα, κύκλους, γραμμές. Μέσα σε αυτά τα αγγεία έβαζαν λίγο κρέας ή καλαμπόκι, σιτάρι κ.ά. και πήγαιναν προσφορές στη θεά του σπηλαίου του Σαρακηνού. Μ΄αυτό τον τρόπο τιμούσαν τη θεά Γη για τα αγαθά που τους πρόσφερε.
«Η γυναίκα με την υδρία», Κασκαβελιώτη Τριανταφυλλιά
Σήμερα το πρωί ξύπνησα νωρίς. Ετοίμασα το πρωινό φαγητό για το άνδρα μου. Εκείνος πήγε για κυνήγι με τους άλλους άνδρες του μικρού μας χωριού. Εγώ πήρα την υδρία και πήγα να φέρω νερό από τη λίμνη. Εκεί συνάντησα κάποιες φίλες μου και μιλήσαμε για λίγο. Επέστρεψα νωρίς στο σπίτι, άναψα τη φωτιά , έβαλα στη χύτρα το νερό και ετοίμασα το φαγητό. Ο άνδρας μου επέστρεψε αργά το μεσημέρι με δύο μεγάλους λαγούς. Θα τους μαγειρέψω αύριο! Φάγαμε και γω άρχισα να υφαίνω στον αργαλειό. Μου αρέσει πολύ να υφαίνω! Πρέπει να τελειώσω οπωσδήποτε αύριο!
Νωρίς το απόγευμα πήγαμε στο χωράφι μας για να δούμε το καλαμπόκι, το σιτάρι και το κριθάρι που άρχισαν να μεγαλώνουν. Ήμασταν πολύ ικανοποιημένοι. Τα φυτά μας μεγαλώνουν συνεχώς. Σκάψαμε για δύο περίπου ώρες το χώμα, βγάλαμε κάποια χορτάρια από το χωράφι και επιστρέψαμε στο σπίτι.
Φάγαμε λίγη πίτα που είχα από χθες και γω συνέχισα να φτιάχνω ένα κεραμικό αγγείο που έφτιαχνα εδώ και μια βδομάδα. Μου αρέσει πολύ να φτιάχνω αγγεία και να αποθηκεύω το καλαμπόκι, το σιτάρι κ.ά. το νερό αλλά και το λάδι της οικογένειας. Φτιάχνω και μικρά ειδώλια από πηλό και τα πηγαίνω στη θεά μας στο σπήλαιο του Σαρακηνού.

Το σκοτάδι γρήγορα έπεσε και πέσαμε για ύπνο. Ήταν μια πολύ κουραστική μέρα και αύριο μας περίμενε μία ακόμη δύσκολη μέρα.

«Η γυναίκα με την υδρία», Νίκας Δημήτρης
Στην εποχή του λίθου σε ένα μικρό χωριό κοντά στο Σπήλαιο του Σαρακηνού ζούσε ένα νεαρό ζευγάρι. Το σπίτι τους ήταν μικρό αλλά καθαρό και νοικοκυρεμένο. Ήταν φτιαγμένο με κορμούς δέντρων και η οροφή του σκεπαζόταν με ξερά φύλλα και καλάμια από τη λίμνη. Ο άνδρας ήταν γεροδεμένος και δυνατός και πήγαινε συχνά για κυνήγι με τους άλλους άνδρες. Κυνηγούσε λαγούς, αγριογούρουνα και ελάφια. Η γυναίκα έμενε σπίτι, έκανε τις δουλειές του σπιτιού και φρόντιζε το χωράφι τους. Καλλιεργούσαν καλαμπόκι, δημητριακά, σιτάρι. Νωρίς το πρωί πήγαινε με την υδρία της στη λίμνη και έφερνε νερό για να μαγειρέψει το φαγητό. Κάθε φορά που δεν έβρεχε ή η παραγωγή τους κινδύνευε πήγαιναν στο σπήλαιο του Σαρακηνού, προσεύχονταν στη θεά Γη και ζητούσαν τη βοήθειά της. Της πρόσφεραν ένα κολιέ από κοχύλια ή μικρά ανδρικά και γυναικεία ειδώλια. Όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν θυσίαζαν στο βωμό της θεάς ένα από τα ζώα τους και πρόσφεραν στη θεά ό,τι είχαν καλαμπόκι, σιτάρι, κριθάρι. Έτρωγαν γύρω από τη φωτιά που έκαιγε πάντα στο κέντρο της καλύβας και αργά το απόγευμα έπεφταν για ύπνο όταν ο ήλιος έδυε και το σκοτάδι κάλυπτε τα πάντα.
«Η γυναίκα με την υδρία», Ψυχούλας Βασίλης
Στην εποχή του λίθου σε ένα απόμερο χωριό ζούσε ένα ζευγάρι. Το χωριό ήταν χτισμένο κοντά στο σπήλαιο του Σαρακηνού. Εκεί κατοικούσαν δέκα - δώδεκα οικογένειες. Τα σπίτια τους ήταν χτισμένα με ξύλα και πέτρες και συνήθως στο κάθε σπίτι ζούσαν έξι με οκτώ άτομα. Το συγκεκριμένο ζευγάρι ήταν πολύ αγαπημένο και πολύ ευτυχισμένο.
Η γυναίκα έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού και ο άνδρας που ήταν πιο γεροδεμένος πήγαινε για κυνήγι και καλλιεργούσε μαζί με τη γυναίκα τη γη. Η γυναίκα ύφαινε στον αργαλειό σκεπάσματα και ενδύματα από το μαλλί των προβάτων ή από φυτά όπως το λινάρι. Είχαν ένα σκύλο, που συνόδευε τον άνδρα στο κυνήγι, ένα βόδι και δύο κατσίκες από όπου έπαιρναν το γάλα, το μαλλί, το δέρμα και το κρέας που χρειάζονταν.
Ο άνδρας εκτός από το κυνήγι κατασκεύαζε διάφορα εργαλεία όπως δρεπάνι για το θερισμό, μυλόπετρα για να αλέθουν τους σπόρους , πέτρινες λόγχες για το κυνήγι κ.ά.


Μέσα στο σπιτικό τους είχαν δεμάτια με άχυρα και δέρματα ζώων για να κοιμούνται. Στη μέση του σπιτιού διατηρούσαν μία φωτιά για να ζεσταίνονται και να μαγειρεύουν το καθημερινό φαγητό. Σε μία γωνία είχαν διάφορα αγγεία με τρόφιμα και νερό. Ένα απ΄ αυτά ήταν η υδρία που χρησιμοποιούσε η γυναίκα κάθε μέρα για να φέρνει νερό από το ποτάμι. Με το νερό πότιζε τις καλλιέργειες τους τα δημητριακά, το σιτάρι, το καλαμπόκι αλλά και μαγείρευε.
Πολλές φορές μέσα στη βδομάδα η γυναίκα ανηφόριζε το μικρό λοφάκι που οδηγεί στο σπήλαιο του Σαρακηνού. Εκεί λάτρευαν τη μητέρα Γη, τη θεά της γονιμότητας. Πήγαινε προσφορές στη θεά μικρά ανδρικά και γυναικεία ειδώλια, μια χούφτα καλαμπόκι ή σιτάρι. Σήμερα το πρωί πρόσφερε στη θεά ένα κολιέ με μικρά λευκά πετραδάκια και ένα κοχύλι. Η θεά προστάτευε το ζευγάρι και η γυναίκα προσευχόταν να τους φέρει σύντομα ένα παιδί.



«Η γυναίκα με την υδρία», Αδάμ Γιώργος
Καλημέρα, κόσμε …όπως κι αν είσαι… με τα καλά σου αλλά και με τα κακά σου… εγώ και ο άνδρας μου δεν πτοούμαστε! Δε μας παίρνει από κάτω! Ζούμε σε ένα μικρό χωριό στολίδι δίπλα στο σπήλαιο του Σαρακηνού. Η μέρα μου και σήμερα θα κυλήσει όπως και χθες. Θα πάω στο ποτάμι με την υδρία μου να φέρω νερό . Από το ποτάμι παίρνουν νερό οι κάτοικοι του χωριού μας αλλά και οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών.
Ξεκίνησα νωρίς το πρωί για το ποτάμι. Στην επιστροφή με περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Η καλύβα μας ήταν κατεστραμμένη! Μια αγέλη άγριων ζώων, πιθανότατα μαμούθ, πέρασε μέσα από το χωριό καταστρέφοντας τα πάντα. Μόλις την είδα σ΄ αυτή την κατάσταση στεναχωρήθηκα πολύ. Έπρεπε να την ξαναχτίσουμε από την αρχή εγώ και ο άνδρας μου, πράγμα πολύ δύσκολο! Έπρεπε να καθαρίσουμε τα παλιά υλικά και να κουβαλήσουμε καινούρια. Ο άνδρας μου ήταν στο κοντινό δάσος και μάζευε ξύλα για τη φωτιά. Πήγα να τον συναντήσω και να του πω τα νέα. Αμέσως αρχίσαμε τη δουλειά. Έπρεπε να κόψουμε και να κουβαλήσουμε ξύλα για το νέο μας σπίτι.
Το επόμενο πρωί, πριν ακόμη βγει ο ήλιος, αρχίσαμε το χτίσιμο της νέας καλύβας. Δουλεύαμε όλη μέρα σκληρά χωρίς σταματημό και αργά το βράδυ η καλύβα ήταν έτοιμη!! Ανάψαμε φωτιά μέσα στο σπίτι για να ζεσταθούμε και να ετοιμάσουμε φαγητό. Βράσαμε λίγο καλαμπόκι που είχε διασωθεί από την καταστροφή.
Νωρίς το πρωί ο άνδρας μου πήγε για κυνήγι με τους υπόλοιπους άνδρες του χωριού. Είχαμε ανάγκη από τροφή! Πήρε μαζί του τα αυτοσχέδια μαχαίρια, τις λόγχες από οψιανό και ένα τσεκούρι. Το βράδυ γύρισαν με ένα τεράστιο αγριογούρουνο. Αμέσως ανάψαμε φωτιές σε όλο το χωριό και ψήσαμε το κρέας. Ήμασταν όλοι πολύ κουρασμένοι και πολύ πεινασμένοι! Αργά το βράδυ ξαπλώσαμε όλοι χορτάτοι και ευτυχισμένοι! Ποιος ξέρει τι θα φέρει η αυριανή μέρα;

Ας γράψουμε τα δικά μας χαϊκού...
Αδάμ Γιώργος
Γεωργίου Σπύρος
Δράκου Παναγιώτα
Καραγιάννη Κατερίνα
Κασκαβελιώτη Τριανταφυλλιά
Μαυροδήμου Μαρία
Νίκας Δημήτρης
Ψυχούλας Βασίλης

Το Σαρακηνό
σπήλαιο βοιωτικό
ψηλά στο λόφο.
Λίθινη εποχή
αντίκρυ στο χωριό μου
σπήλαιο τρανό.
Δεινοί κυνηγοί
με τις λόγχες οψιανού
χτυπούν ελάφια.
Σεμνή γυναίκα
σφονδύλια τοποθετεί
στον αργαλειό της.
Χλωμό φεγγάρι
το σπήλαιο φωτίζει
αυτό το βράδυ
Καθιστός άνδρας
σε προθήκη Μουσείου
μέσα δεσπόζει.
Ηοmo sapiens!
Στο σπήλαιο έμεναν
άντρες, γυναίκες.
Στο Ακραίφνιο
νεολιθική σπηλιά
βρέθηκε κοντά.
Το καλοκαίρι
στο Σαρακηνό πάνω
περπατούσαμε.
Στο Ακραίφνιο
σπήλαιο ψηλό στέκει
ψηλά στο λόφο.

Ένα πρωινό
στο Μουσείο πήγαμε
το φθινόπωρο.
Γυναίκα φτιάχνει
μικρό πέτρινο κολιέ
στο Ακραίφνιο.
Ένας κυνηγός
που κυνηγούσε νύχτα
λαγούς, ελάφια.
Τα ειδώλια
πήγαμε και είδαμε
μες στο Μουσείο.
Σε ψηλό λόφο
μέγα λίθο βρήκαμε
το καλοκαίρι.
Μέρα άνοιξης
ανθισμένο λουλούδι
δίπλα στη σπηλιά.
Δυνατή βροχή
δακρυσμένα τα μάτια
μες το χειμώνα.
Βαρύς χειμώνας
μια λίμνη παγωμένη
στο Ακραίφνιο.
Κίτρινο αγγείο
με τρίγωνα και κύκλους
στο Σαρακηνό.
Από ποτάμι
διψασμένη γυναίκα
νερό ζητάει.
Την υδρία της
κουρασμένη γυναίκα
νερό γεμίζει.

Επτά ιστορίες για το κυνήγι...
«Στο κυνήγι», Κασκαβελιώτη Τριανταφυλλιά
Σήμερα ξύπνησα πολύ πρωί γιατί είχαμε κανονίσει με τους άνδρες του χωριού να πάμε για κυνήγι. Φόρεσα τα ζεστά ρούχα, που είχε υφάνει η γυναίκα μου, πήρα τα όπλα μου και ξεκίνησα για το αντικρινό βουνό.
Εκεί συναντήθηκα με τους υπόλοιπους άνδρες του χωριού. Στο βουνό είχε πολύ κρύο και τα ζώα ήταν κρυμμένα βαθιά στις φωλιές τους. Δυσκολευτήκαμε πολύ να βρούμε κάποιο ζώο. Μετά από ώρες αναμονής καταφέραμε να σκοτώσουμε ένα μικρό αγριογούρουνο. Έπρεπε να το μοιραστούμε έξι οικογένειες!
Γυρίσαμε όλοι στο χωριό πολύ στεναχωρημένοι! Ελπίζαμε πως θα εξασφαλίσουμε τροφή για όλους για περισσότερες μέρες. Δυστυχώς, αυτό το αγριογούρουνο δεν κάλυπτε τις ανάγκες μας!
Έφτασα σκυθρωπός στην καλύβα μου και έδωσα στη γυναίκα μου το κομμάτι κρέας που μου αναλογούσε για να το μαγειρέψει. Φάγαμε μαζί με τα παιδιά μας σιωπηλοί. Μετά το φαγητό ξάπλωσα στο αχυρένιο στρώμα μου. Ήμουν απογοητευμένος και εξαντλημένος! Αύριο το πρωί κανονίσαμε να πάμε πάλι για κυνήγι. Ελπίζω να είμαστε πιο τυχεροί!


« Στο κυνήγι…», Καραγιάννη Κατερίνα
Ήταν μια βαριά ημέρα του χειμώνα. Τα σπίτια μας δεν ήταν φτιαγμένα για να αντέξουμε τόσο κρύο. Έτσι όλο το χωριό πήγε στο σπήλαιο του Σαρακηνού. Σε λίγη ώρα, άλλωστε, τα σπίτια μας θα έπεφταν από το πολύ χιόνι. Η μόνη επιλογή ήταν το σπήλαιο.
Μέσα στο σπήλαιο υπήρχαν μικρά ειδώλια προφανώς από κάποιους άλλους ανθρώπους που έκαναν προσφορές στους θεούς. Ο άντρας μου σκέφτηκε να κάνουμε και εμείς κάποια προσφορά στη θεά της Γης μήπως βοηθήσει και τελειώσει πιο γρήγορα ο χειμώνας ή έστω να βρει λίγη τροφή σήμερα που θα πάει για κυνήγι. Τις τελευταίες μέρες δεν είχαμε καμία τύχη! Ούτε ένα ζωάκι δεν καταφέραμε να βρούμε. Ίσως μας τιμωρούν οι θεοί επειδή κάναμε κάτι κακό. Γι΄ αυτό η προσφορά ίσως είναι η μόνη λύση, αλλιώς θα πεθάνουμε ή από το κρύο ή από την πείνα
Ο άνδρας μου ετοιμάστηκε μαζί με κάποιους άλλους γενναίους άνδρες του χωριού να πάνε για κυνήγι. Οι γυναίκες τους ετοιμάσαμε και μετά πήγαμε και αφήσαμε ειδώλια, κολιέ με κοχύλια και χούφτες καλαμπόκι και σιτάρι στον βωμό κάνοντας προσευχές στη Θεά να ευνοήσει το κυνήγι τους. Καμία μας δεν ήταν αισιόδοξη αλλά προσευχηθήκαμε με την ψυχή μας για την σωτηρία μας.

Μετά από αρκετές ώρες - είχε πια νυχτώσει - δεν είχαμε κανένα σημάδι από τους άνδρες μας. Αρχίσαμε να ανησυχούμε ώσπου ακούσαμε από τα βάθος φωνές και είδαμε μικρές λάμψεις από τις αναμμένες τους δάδες. Ήταν οι άνδρες μας! Γύρισαν όλοι ζωντανοί! Είχαν πιάσει μάλιστα αρκετούς λαγούς για να φάνε όλοι. Δεν ήταν πολύ το φαγητό αλλά ήταν αρκετό για να μας κρατήσει ζωντανούς λίγες μέρες ακόμη.
Ευχαριστήσαμε όλοι μαζί τη Θεά για την ευγενική της προσφορά και ανάψαμε φωτιά για να ψήσουμε το κρέας. Άλλη μία δύσκολη μέρα είχε περάσει. Ο χειμώνας ήταν ακόμη δριμύς αλλά η άνοιξη πλησίαζε...
«Στο κυνήγι», Δράκου Παναγιώτα
Ξύπνησα πριν ο ήλιος ανατείλει. Ήπια ένα ζεστό γάλα από την κατσίκα μας και απόλαυσα την ανατολή του ήλιου μαζί με τον πιστό μου σκύλο. Τα πουλιά κελαηδούσαν μελωδικά. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα! Είχα αποφασίσει να πάω για κυνήγι με τους φίλους μου.
Ντύθηκα βιαστικά, πήρα το δόρυ και το μαχαίρι μου, το σκύλο μου και πήγα να συναντήσω τους υπόλοιπους. Όλοι ήταν ορεξάτοι και έτοιμοι για το κυνήγι. Ανηφορίσαμε το λόφο. Ξαφνικά μαύρα σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται στον ουρανό αλλά δε δώσαμε σημασία. Ήμασταν συνηθισμένοι! Ένας φίλος μου έπιασε ένα λαγό, ένας άλλος με το γιο του ένα αγριογούρουνο. Εγώ, δυστυχώς, δεν έπιασα τίποτα! Μάλλον δεν ήταν η μέρα μου αλλά δεν πειράζει. Σημασία έχει ότι θα φάμε. Φορτώθηκα το αγριογούρουνο στις πλάτες μου - ήμουν ο πιο δυνατός - και ξεκινήσαμε για το χωριό. Το ζώο ήταν πολύ βαρύ και κουράστηκα. Κάναμε μια στάση στο ποτάμι να ξεπλυθούμε και να δροσιστούμε. Φόρτωσα ξανά στις πλάτες μου το αγριογούρουνο και συνεχίσαμε.
Άρχισε να νυχτώνει και έπιασε ένας δυνατός αέρας. Οι πρώτες ψιχάλες μας χτυπούσαν στο πρόσωπο. Επιταχύναμε το βάδισμα και συνεχίσαμε. Η βροχή δυνάμωνε! Ευτυχώς ο δρόμος για το χωριό μίκραινε. Με μεγάλη δυσκολία φτάσαμε μετά από δύο ώρες. Τα ρούχα μας ήταν μούσκεμα από τη βροχή. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς άλλαξε τόσο ο καιρός.
Μοιράσαμε το αγριογούρουνο και η κάθε οικογένεια πήρε ένα μεγάλο κομμάτι. Η γυναίκα μου είχε ήδη ανάψει φωτιά. Τοποθέτησα το κρέας με προσοχή πάνω στην φωτιά. Μετά από λίγες ώρες τρώγαμε το πεντανόστιμο κρέας με μεγάλη λαιμαργία. Ήμασταν όλη μέρα νηστικοί! Μπράβο στο φίλο μου που το πέτυχε! Έστρωσα τα άχυρα και έβαλα τα παιδιά να κοιμηθούν. Λίγο αργότερα ξάπλωσα και γω με τη γυναίκα μου. Έκανε πολύ κρύο και έξω έβρεχε πολύ!




«Στο κυνήγι…», Γεωργίου Σπύρος
Ξύπνησα νωρίς το πρωί. Κοίταξα από το πέτρινο παράθυρο και είδα τη γυναίκα μου να πηγαίνει με την υδρία στο ποτάμι για να φέρει νερό. Σηκώθηκα πήρα το τσεκούρι και το δόρυ μου, φόρεσα ένα μάλλινο χοντρό ρούχο και έφυγα. Κατευθύνθηκα προς το κέντρο του χωριού. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι άνδρες του χωριού με τον οπλισμό τους. Φορτωθήκαμε όλοι τον οπλισμό μας - τσεκούρια, μαχαίρια, σφενδόνες, δόρατα και βέλη από οψιανό – και κινήσαμε για το δάσος. Πεινούσαμε πολύ. Έπρεπε οπωσδήποτε να σκοτώσουμε κάποιο ζώο αλλιώς το χωριό κινδύνευε. Ξαφνικά είδαμε ένα κοπάδι αγριογούρουνα. Ήταν πολύ επικίνδυνο να τα πλησιάσουμε όμως έπρεπε να φάμε. Κυκλώσαμε τα αγριογούρουνα και με το σύνθημα του αρχηγού πέσαμε όλοι ουρλιάζοντας πάνω τους. Άλλοι από μας τα κατάφεραν άλλοι όχι. Πήραμε μαζί μας όσα αγριογούρουνα σκοτώσαμε και γυρίσαμε στο χωριό. Το πρωί φύγαμε δεκαέξι άνδρες και γυρίσαμε έντεκα. Πριν μπούμε στο χωριό περάσαμε από το σπήλαιο και αφήσαμε στο βωμό της Θεάς ένα κεφάλι αγριογούρουνου ως προσφορά. Ήταν θαύμα που εξασφαλίσαμε τόσο φαγητό!
Έφτασα στο σπίτι και έδωσα στη γυναίκα μου το κρέας για να το κόψει σε μερίδες. Πριν μαγειρέψει καθάρισε τις πληγές μου και τα αίματα με ζεστό νερό. Με μια κοκάλινη βελόνα και κλωστή μου έραψε την πληγή. Είχα τραυματιστεί! Ευτυχώς ελαφριά! Εγώ ανέλαβα να ψήσω το κρέας εκείνο το βράδυ. Η οικογένειά μου μετά από καιρό δε θα κοιμόταν νηστική. Ξαπλώσαμε και σκεπαστήκαμε με τα μάλλινα χοντρά υφάσματα. Το σκοτάδι είχε πυκνώσει για τα καλά. Αύριο… πάλι από την αρχή!

«Στο κυνήγι…», Αδάμ Γιώργος
Ξύπνησα νωρίς το πρωί. Έξω είναι ακόμη σκοτάδι. Σήμερα όλοι οι άνδρες του χωριού θα πάμε για κυνήγι γιατί χρειαζόμαστε οπωσδήποτε τροφή. Έφαγα ένα καλό πρωινό , φρέσκο ψωμί από καλαμπόκι με μέλι και λίγα αποξηραμένα σύκα. Μαζευτήκαμε όλοι στην αυλή της καλύβας μου. Ετοιμάσαμε τα όπλα μας, σφενδόνες, δόρατα, τσεκούρια και πέτρινα μαχαίρια και ξεκινήσαμε. Συνήθως αλλάζουμε μέρος. Σήμερα κινηθήκαμε προς την πεδιάδα. Ο ήλιος ήταν λαμπερός και ο ουρανός γαλανός. Ένας από μας ανέβηκε στην κορυφή ενός μικρού λόφου και εντόπισε ένα κοπάδι αγριογούρουνα δίπλα στο ποτάμι. Κρυφτήκαμε κοντά στην όχθη του ποταμού. Σίγουρα θα διψούσαν και θα έρχονταν για νερό. Σε λίγη ώρα τα αγριογούρουνα ήταν δίπλα μας και αρχίσαμε όλοι μαζί να πετάμε τα δόρατα και τα βέλη μας ενώ άλλοι όρμησαν πάνω τους με τσεκούρια και μαχαίρια. Έγινε μεγάλη μάχη! Σκοτώσαμε πολλά αγριογούρουνα αρκετά για να συντηρήσουν το χωριό για μήνες. Πλυθήκαμε στα νερά του ποταμού γιατί ήμασταν τραυματισμένοι και γεμάτοι αίματα και πήραμε το δρόμο του γυρισμού.
Σήμερα ήταν μια σπουδαία μέρα! Οι οικογένειές μας θα έχουν τροφή!
«Στο κυνήγι», Μαυροδήμου Μαρία (α ΄μέρος)
Ξημέρωσε! Ο καιρός είναι πολύ καλός! Περίεργο γι΄ αυτή την εποχή. Σήμερα είχα σκοπό να πάω για κυνήγι γι΄ αυτό ξύπνησα λίγο αργότερα από το συνηθισμένο. Η γυναίκα μου και η κόρη μου ετοίμασαν το πρωινό. Φάγαμε όλοι μαζί, κουβεντιάσαμε για λίγο και οργανώσαμε τις υποχρεώσεις της μέρας.
Ντύθηκα, πήρα το τσεκούρι και το μαχαίρι μου και πήρα το δρόμο για το δάσος. Μαζί μου ήταν και δύο φίλοι μου. Απολαμβάνω πολύ να περνάω χρόνο μαζί τους. Τα θηράματα ήταν πολλά αν και υπήρχαν και άλλοι άνδρες από το χωριό που είχαν την ίδια ιδέα. Σκότωσα έναν τεράστιο λαγό και επέστρεψα . Η γυναίκα μου είχε ανάψει ήδη τη φωτιά και η κόρη μου άλεθε το σιτάρι. Μέσα στο μεγάλο τσουκάλι βράσαμε ένα μέρος από το λαγό και προσθέσαμε διάφορα λαχανικά. Καθίσαμε γύρω από τη φωτιά και φάγαμε με όρεξη.
Δεν κάναμε τίποτε άλλο, γιατί ήταν μια πολύ κουραστική μέρα! Το βραδάκι ο καιρός αγρίεψε ξαφνικά. Βάλαμε περισσότερα ξύλα στη φωτιά για να ζεσταθούμε και ξαπλώσαμε…
«Στο κυνήγι» Μαυροδήμου Μαρία (β΄μέρος)
Ξημέρωσε μια ηλιόλουστη μέρα! Ξύπνησα πολύ νωρίς για να προλάβω να δω λίγο την οικογένειά μου. Φάγαμε όλοι μαζί γύρω από τη φωτιά και ετοιμάστηκα. Όλοι οι άνδρες του χωριού θα πάμε για κυνήγι!
Συναντηθήκαμε στο κέντρο του χωριού και πήραμε το μονοπάτι για το δάσος. Ήμασταν πολύ τυχεροί!! Υπήρχαν πολλά και εκλεκτά θηράματα. Όλοι είχαμε ανάγκη το φαγητό. Στο δάσος υπήρχαν πολλοί λαγοί, ελάφια, αγριογούρουνα και πολλά πτηνά. Ήταν αρκετά για όλους! Στήσαμε παγίδες και καταφέραμε να πιάσουμε λαγούς κι αγριογούρουνα. Ευτυχώς κανείς μας δεν τραυματίστηκε!
Γυρίσαμε ικανοποιημένοι στο χωριό και μοιράσαμε τα θηράματα. Οι γυναίκες μας είχαν ήδη έτοιμες τις φωτιές. Η γυναίκα μου ανέλαβε το μαγείρεμα και γω ξεκουράστηκα για λίγο. Ήταν πολύ κουραστική μέρα!! Το απογευματάκι καθίσαμε να φάμε και γω τους διηγήθηκα τις περιπέτειες της μέρας. Περάσαμε πολύ όμορφα όλη η οικογένεια μαζί γύρω από τη φωτιά.

Βράδιασε! Είμαι ευγνώμων για τη σημερινή μέρα! Μπορεί να ζούμε φτωχικά αλλά είμαστε ευτυχισμένοι με τους ανθρώπους που αγαπάμε.
Τελικά, καταλαβαίνω ότι το νόημα της ζωής είναι να περνάς χρόνο με τους φίλους και την οικογένειά σου και όχι τα πολλά αγαθά.
Καλό βράδυ!






Στον Όμιλο συμμετείχαν οι μαθητές/-τριες:
Αδάμ Γιώργος
Γεωργίου Σπύρος
Δράκου Παναγιώτα
Καραγιάννη Κατερίνα
Κασκαβελιώτη Τριανταφυλλιά
Μαυροδήμου Μαρία
Νίκας Δημήτρης
Ψυχούλας Βασίλης
Υπεύθυνοι καθηγητές
Πολυτάρχου Σοφία, Χαρίτος Πέτρος


