
Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια σταγονίτσα που βρισκότανε στην κορυφή ενός χιονισμένου βουνού. Είχε γίνει χιονονιφάδα. Τη λέγανε Έλσα. Ήταν άσπρη, όμορφη, είχε μάτια, στόμα και ήταν πάντοτε χαμογελαστή και παγωμένη. Δεν ήταν μόνη της, είχε και άλλες χιονονιφάδες να της κάνουνε παρέα επάνω στο βουνό.
Μια μέρα βγήκε ο ήλιος και ζέστανε τις χιονονιφάδες. Η Έλσα ένιωσε το σώμα της να ζεσταίνεται και να λιώνει και τρόμαξε. Πρώτη φορά έλιωνε. Έγινε νερό όπως και οι άλλες χιονονιφάδες. Μετά κυλίσανε στο ποτάμι και από εκεί στη θάλασσα.
Στη θάλασσα γνώρισε ένα ψάρι που το λέγανε Δημήτρη. Γίνανε φίλοι. Παίζανε, κολυμπούσανε μαζί, λέγανε τις ιστορίες τους. Αισθανότανε πολύ χαρούμενοι και πολύ τέλεια και πολύ γκουτ.
Ξαφνικά ο ήλιος έγινε πολύ ζεστός και η σταγονίτσα άρχισε να εξατμίζεται και να πάει προς τον ουρανό. Ο Δημήτρης το ψαράκι είδε την σταγονίτσα να γίνεται υδρατμός και της είπε:
«Που πας;».
«Πάω στον ουρανό να γίνω σύννεφο», είπε η Έλσα.
«Να έρθω και εγώ μαζί σου;», είπε ο Δημήτρης.
«Είσαι ψάρι και δεν μπορείς να έρθεις μαζί μου, γιατί θα πεθάνεις. Μη στεναχωριέσαι όμως, θα γυρίσω πάλι πίσω. Να με περιμένεις», είπε η
Έλσα η σταγονίτσα.
Η Έλσα μαζί με άλλες σταγονίτσες έγινε σύννεφο. Ο άνεμος ταξίδεψε
το σύννεφο σε πολλά μέρη και γέμισε πολλές ακόμη σταγόνες.
Μετά έβρεξε και η σταγονίτσα έπεσε πάνω σε μια παπαρούνα και τη δρόσισε.

Έπειτα κύλισε κάτω στη γη και βρέθηκε σε ένα ποτάμι. Το ποτάμι έφτασε στη θάλασσα, μαζί και η σταγονίτσα.
Μόλις έφτασε άρχισε να ψάχνει τον φίλο της τον Δημήτρη το ψαράκι και να τον φωνάζει «Δημήτρη, Δημήτρη που είσαι;». Ο Δημήτρης την περίμενε στο βράχο που παίζανε. Μόλις άκουσε την σταγονίτσα να τον φωνάζει κρύφτηκε πίσω από τον βράχο, να της κάνει πλάκα. Η Έλσα
στενοχωρήθηκε που δεν είδε τον Δημήτρη.

Τότε το ψαράκι εμφανίστηκε από πίσω της, την αγκάλιασε και την φίλησε. Οι δυο φίλοι ήταν πολύ χαρούμενοι που ανταμώθηκαν ξανά. Η Έλσα η σταγονίτσα
διηγήθηκε στο ψαράκι το ταξίδι της που λέγεται «κύκλος του νερού».
Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

