ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το βιβλίο αυτό εκπονήθηκε στο πλαίσιο του μαθήματος της Γλώσσας και συγκεκριμένα στη 10η ενότητα με τίτλο «Λέξεις φτερουγίζουν πέρα, ταξιδεύουν στην αγέρα».
Έχοντας πέρυσι γράψει το πρώτο μας βιβλίο με τέσσερις ιστορίες, φέτος αποφασίσαμε να γράψουμε ένα άλλο, αλλά με παραμύθια.

Η «συνταγή» ήταν η ίδια! Βρίσκουμε τον τόπο, τον ήρωα, την αποστολή του, τα εμπόδια που συναντάμε, τους βοηθούς του, πώς ξεπερνούν τα εμπόδια και δίνουμε ένα τέλος. Μόνο που στα παραμύθια το τέλος είναι αίσιο, δηλαδή ευτυχισμένο, αφού τελειώνουν με τη φράση «Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!».
Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν . . .
Οι μαθήτριες και οι μαθητές
της Δ΄2 τάξης

Μια φορά κι έναν καιρό, μέσα σε ένα δάσος ζούσε έναν λύκο που τον έλεγαν Νταρ, ο οποίος είχε χάσει την οικογένειά του και κάθε μέρα έψαχνε να τη βρει.
Μια μέρα, καθώς έκανε μια διαδρομή βαθιά στο δάσος και σκεφτόταν τι μπορεί να έχει πάθει, τι μπορεί να είχε συμβεί και ήταν πολύ λυπημένος, είδε μια αρκούδα πεσμένη σε μια άκρη που έκλαιγε. Την πλησίασε και τη ρώτησε τι έχει. Εκείνη του είπε πως στο ένα της ποδαράκι είχε ένα μυτερό κλαδί και την ενοχλούσε στο περπάτημα.
Αμέσως ο Νταρ με τα δόντια του τράβηξε το κλαδί και η αρκούδα σηκώθηκε όρθια και περπάτησε. Τον ευχαρίστησε, τον κέρασε λίγο μέλι κι εκείνος της είπε την ιστορία της οικογένειάς του. Για να του ανταποδώσει το καλό που της έκανε, είπε πως θα τον βοηθήσει να βρει την αγαπημένη του οικογένεια.
Έτσι άρχισαν να περπατούν μαζί στο δάσος ψάχνοντας για ίχνη από τα λυκάκια.
Στον δρόμο τους βρήκαν μια λίμνη όπου μέσα υπάρχουν δηλητηριώδη φίδια και τρομακτικοί κροκόδειλοι. Πριν σκεφτούν τρόπο για να περάσουν από εκεί, άκουσαν κάποιον να φωνάζει βοήθεια.

Τότε είδαν ένα τρομαγμένο λιλά φουντωτό κουνελάκι πάνω σε ένα νούφαρο που φώναζε:
‒ Βοήθειααα! Βοήθεια, σώστε με!
‒ Εντάξει! Θα σε βοηθήσουμε, του είπαν.
‒ Γρήγορα, γρήγορα θα με δηλητηριάσουν τα φίδια και θα με φάνε οι κροκόδειλοιοιοι!
Γρήγορααα ! Με πλησιάζουν…
Η αρκούδα, χωρίς δεύτερη σκέψη, έσπασε ένα μεγάλο κλαδί από ένα δέντρο, το έριξε στη λίμνη και έτσι σκαρφαλώνοντας πάνω του μπόρεσε να σωθεί το μικρό κουνελάκι.
Μόλις βγήκε, αγκαλιάστηκαν τα τρία ζώα και η αρκούδα το κέρασε μέλι και ο λύκος του είπε για ποιο λόγο ήταν εκεί.
─ Επειδή με σώσατε, θέλω να σας ανταποδώσω το καλό. Θα σας βοηθήσω να βρείτε την οικογένεια του Νταρ, τους είπε το μικρό κουνελάκι.
Έτσι, συνέχισαν την αποστολή τους όλοι μαζί.
Μετά από λίγη ώρα, καθώς περπατούσαν, είδαν ένα κοπάδι από μεγάλους και άγριους ελέφαντες και ανάμεσά τους είχαν εγκλωβισμένη μία τίγρη.

‒ Σώστε με, σώστε με! φώναζε η τίγρης.
‒ Τι έπαθες; τη ρώτησαν οι τρεις φίλοι.
‒ Με άρπαξαν οι ελέφαντες καθώς κοιμόμουν, τους απάντησε.
‒ Μην ανησυχείς, ερχόμαστε! της είπαν με μια φωνή.
Έτσι είπαν και έπιασαν αμέσως δουλειά. Το κουνελάκι δάγκωσε δύο από τους ελέφαντες στα πόδια, η αρκούδα πήρε έναν ελέφαντα και τον πέταξε μακριά και ο λύκος τους γρατσούνισε στην πλάτη. Οι ελέφαντες τρόμαξαν και έφυγαν μακριά. Η τίγρης σώθηκε!
Μόλις ηρέμησε η τίγρης, κάθισαν λίγο όλοι μαζί και συζήτησαν για αρκετή ώρα.
Όταν έμαθε για την αποστολή των τριών φίλων, αποφάσισε να τους βοηθήσει κι έτσι συνέχισαν όλοι μαζί.

Καθώς προχωρούσαν, βρήκαν ένα διαλυμένο κτίριο. Έμοιαζε με αρχαίο ναό. Είχε πεσμένες κολόνες, πέτρες στο έδαφος και δεν υπήρχε κανένα παράθυρο ούτε πόρτα.
Πριν ακόμα πλησιάσουν οι φίλοι, είδαν να βγαίνουν κάποια ζώα μέσα από μία κολόνα, που πολύ γρήγορα ο Νταρ κατάλαβε πως ήταν η οικογένειά του!

Ο Νταρ συγκινημένος άρχισε να τρέχει προς την οικογένειά του.
‒ Παιδί μου, λυκάκι μου, ζωγραφιά μου! Μου έλειψες πολύ!
‒ Και σε μένα, μπαμπά!
‒Αγάπη μου, μας έλειψες πολύ!
‒ Τι όμορφη οικογένεια! είπε η αρκούδα.
‒ Θέλετε να μείνετε μαζί μας; ρώτησε ο Νταρ τους φίλους του.
‒ Εννοείτε! του απάντησαν με μια φωνή.
‒ Αλλά μήπως σας ξεβολέψουμε; ρώτησε η τίγρης τη μαμά λύκαινα.
‒ Όχι, όχι! μην ανησυχείτε, της απάντησε.
‒ Αλλά πού θα μείνουμε;
‒ Μα στο δάσος φυσικά! Πάμε να βρούμε σπίτι! τους είπε ο Νταρ.
Περπατώντας για πολλή ώρα, μπροστά τους είδαν ένα ερειπωμένο κτίριο. Στην αρχή ήταν πολύ προσεκτικοί, γιατί φοβήθηκαν μήπως ζούσαν άνθρωποι εκεί, αλλά ευτυχώς ήταν άδειο! Όμως γρήγορα έφυγαν, γιατί δεν μπορούσαν να ζήσουν εκεί. Πήγαν ακριβώς πίσω από αυτό το κτίριο και έστησαν μια σκηνή. Αυτή θα ήταν το σπίτι τους!
Εκεί, η αρκούδα, η τίγρης, το κουνελάκι, ο Νταρ και η οικογένειά του, έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα!
Συγγραφείς και εικονογράφοι:
Ηλέκτρα Μ.
Ματίνα Π.
Αγγελική Ρ.
Άννα Χ.
,
Επιμέλεια η δασκάλα της τάξης: Τερζή Σοφία
