
Σε ένα σχολείο της Πεύκης οι δάσκαλοι αποφάσισαν να φτιάξουν μια δανειστική βιβλιοθήκη. Άρχισαν έτσι να μαζεύουν σιγά σιγά βιβλία και είχαν μαζευτεί αρκετές κούτες. Επειδή, όμως, δεν είχαν ακόμα βιβλιοθήκες για να τα τακτοποιήσουν στα ράφια τους, τα βιβλία παρέμεναν στιβαγμένα μέσα σε αυτές και κάθε βράδυ...



-Ωχ! πιάστηκα. Δεν αντέχω άλλο. Κάνε παρά κει να βγω να ξεπιαστώ. Κοντεύω να τρελαθώ είπε ένα βιβλίο με παραμύθια σε έναν χοντρό τόμο Ιστορίας. -Συγγνώμη, απάντησε ο τόμος και παραμέρισε για να βγουν τα παραμύθια.
Από μια άλλη κούτα ακούστηκαν κλάματα... -Τι κατάσταση είναι αυτή; Σαν σαρδέλες σε κονσέρβα είμαστε! Βγείτε να ξεσκάσουμε λίγο, είπε ένα λεπτό βιβλίο. -Πότε θα φτιάξουν επιτέλους αυτή τη βιβλιοθήκη για να έχουμε την άνεσή μας; είπε ένα άλλο.



Έτσι, ένα - ένα, όλα τα βιβλία, βγήκαν γκρινιάζοντας από τις κούτες και σκορπίστηκαν στη μεγάλη αίθουσα κουβεντιάζοντας μεταξύ τους και ανταλλάσσοντας απόψεις για το τι έπρεπε να κάνουν για να λύσουν το πρόβλημά τους. - Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να διαμαρτυρηθούμε, είπε ένα παιδικό κόμικ. - Συμφωνώ απολύτως, είπε ένα αγγλικό λεξικό. -Εγώ νομίζω πως αν μείνουμε έξω από τις κούτες σήμερα το βράδυ κι έρθουν και μας βρουν σκόρπια αύριο το πρωί, θα καταλάβουν, είπαν τα "Ψηλά βουνά". -Ωραία ιδέα, φώναξε ο "Μπαρμπα Πανώφ" που είχε βαρεθεί κι εκείνος να κάθεται στιβαγμένος ανάμεσα στα άλλα βιβλία.


-Ας το δοκιμάσουμε, συμφώνησαν όλα τα υπόλοιπα. Έτσι εκείνη τη νύχτα, μετά την κουβέντα και τα σεργιανίσματα, κάθισαν κουρασμένα το καθένα σε μια μεριά κι αποκοιμήθηκαν. Την άλλη μέρα... Νομίζω μπορείτε να φανταστείτε μόνοι σας την συνέχεια!
Οι εικόνες είναι ελεύθερες στο διαδίκτυο

