




Όλα τα παιδιά ονειρεύονται να µην τελειώσει ποτέ το καλοκαίρι. Εκτός από µένα! Μ’ αρέσει το καλοκαίρι, µ’ αρέσει η παραλία, µ’ αρέσει η κατασκήνωση και το χωριό στο βουνό. Όσο όµως κι αν σας ακούγεται περίεργο, τρελαίνοµαι και για κάτι άλλο. Μ’ αρέσει και το σχολείο! Κάθε καλοκαίρι µού λείπει το θρανίο µου, το µπλε τετράδιό µου, το µολύβι µου. Μου λείπει τόσο το σχολείο!

Τη νύχτα πριν από την πρώτη µέρα του σχολείου είχα µεγάλη χαρά. Είχα προετοιµάσει µέχρι και την τελευταία λεπτοµέρεια. 1) Έφτιαξα την τσάντα µου. 2) Έκανα µπάνιο µε πολύ, πολύ σαπούνι. 3) Βούρτσισα τα δόντια µου µε πολλή, πολλή οδοντόκρεµα. 4) Ετοίµασα τα ρούχα µου. 5) Καθάρισα τους φακούς των γυαλιών µου µέχρι που άστραψαν.

Είδα όνειρο ότι ήµουν στο σχολικό. Ανέβηκα και χαιρέτησα την κυρία Ρένα, τη συνοδηγό. Βρήκα τη θέση µου και απόλαυσα τη διαδροµή. Όλα τα παιδιά τραγουδούσαν καθώς έστριβε δεξιά, µετά αριστερά και µετά όλο ευθεία προς το σχολείο.








Επιτέλους έφτασε η στιγµή που περίµενα. Στις εφτά το πρωί χτύπησε το ξυπνητήρι. Τι χαρά! Τι ωραία να ξυπνάω µαζί µε τη µαµά και τον µπαµπά! Φάγαµε όλοι µαζί πρωινό. Ήµουν πανέτοιµος για την πρώτη µέρα στο σχολείο. Πήρα το σακίδιό µου και χαιρέτησα τους γονείς µου. «Γεια σου, µαµά. Γεια σου, µπαµπά». «Καλή χρονιά!» µου ευχήθηκαν φωναχτά.
Και έτσι βγήκα από το σπίτι και έτρεξα στη στάση του σχολικού. Εκεί βρήκα τους φίλους µου, την Αναστασία και τον Αντώνη. «Καληµέρα, παιδιά!» φώναξα. «Καληµέρα», µούγκρισε ο Αντώνης. «Νυστάζω», µουρµούρισε η Αναστασία.
«Εγώ νιώθω τέλεια!» φώναξα µε χαρά. «Ξύπνησα, χτενίστηκα, έβαλα τα καλά µου ρούχα, έφαγα πρωινό. Και τώρα περιµένω το σχολικό. Γιατί αργεί όµως; Πότε θα έρθει; Θέλω τόσο πολύ να πάω στην καινούρια µου τάξη!»

Ο Αντώνης και η Αναστασία δεν πρόλαβαν να µιλήσουν γιατί είδα το κίτρινο σχολικό να πλησιάζει. Σταµάτησε µπροστά από τη στάση και οι πόρτες του άνοιξαν έτοιµες να µε καλωσορίσουν. Έτρεξα πρώτος να ανεβώ τις σκάλες.

«Καληµέρα, κυρία Ρένα!» φώναξα στη συνοδηγό. «Καληµέρα, Αριστοτέλη!» µου χαµογέλασε εκείνη.
«Χα, χα, χα!» Ακούστηκαν γέλια µέσα απ’ το σχολικό. ∆εν έδωσα σηµασία και προχώρησα προς τη θέση µου. Εκεί βρήκα ένα ψηλό, µεγαλόσωµο παιδί να κάθεται στη θέση δίπλα στο παράθυρο. ∆ηλαδή στη δική µου θέση! Μόλις µε είδε έβαλε τα γέλια.




«Εσύ είσαι ο Αριστοτέλης;» «Ναι, εγώ είµαι. Και εσύ κάθεσαι στη θέση µου». «Χα, χα! Αυτή είναι η δική µου θέση!» ∆εν πρόλαβα όµως να πω κάτι, γιατί µου φώναξε η κυρία Ρένα να πάρω θέση αµέσως, κι έτσι αναγκάστηκα να καθίσω δίπλα του. «Όπου κάθεστε τώρα θα είναι η θέση σας για ολόκληρη τη χρονιά», ανακοίνωσε η κυρία Ρένα. Όχι! ∆εν ήθελα καθόλου να κάθοµαι δίπλα στον… ούτε ήξερα το όνοµά του.


Εκείνη τη στιγµή γύρισε και µου είπε δυνατά: «Ωραία γυαλιά φοράς. Μπορώ να τα βάλω;» Και µου άρπαξε τα γυαλιά! Τα φόρεσε αλλά δε χωρούσαν στο µεγάλο πρόσωπό του, και ξαφνικά ακούστηκε ένα «κρακ». Μου τα επέστρεψε σπασµένα και λερωµένα. «Καλά, γιατί µου;…» ∆εν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη φράση µου και άρχισε να τραγουδάει: Ο Αριστοτέλης, ο τεµπέλης, φοράει γυαλιά, θα φάει κλοτσιά!
Κοίταξα γύρω µου και όλα τα παιδιά γελούσαν. Φυσικά γελούσαν µαζί µου. Μόλις φτάσαµε στο σχολείο, έτρεµα από τα νεύρα µου. Ο… πώς τον λένε, όµως, ήταν πολύ πιο µεγάλος από µένα και τον φοβόµουν λίγο.


Την επόµενη µέρα χτύπησε το ξυπνητήρι, αλλά για πρώτη φορά δεν ήθελα να σηκωθώ. ∆εν ήθελα να ετοιµαστώ, να φάω πρωινό και να µπω στο σχολικό.
Όταν έφτασε το σχολικό στη στάση, µπήκε η Αναστασία, ύστερα ο Αντώνης και τελευταίος εγώ. «Καληµέρα, Αριστοτέλη!» φώναξε η κυρία Ρένα.
Ήθελα να κρυφτώ. Όλα τα παιδιά µε κοιτούσαν καθώς γελούσε τόσο δυνατά ο… πώς τον έλεγαν; ∆εν ήξερα. ∆ειλά δειλά κάθισα δίπλα του και πάλι. «Καληµέρα, Τέλη Τέλη, τσιφτετέλι!» είπε κοροϊδευτικά και µου έδωσε µια στην πλάτη. «Οχ!» βόγκηξα γιατί πόνεσα πραγµατικά.



Κάθε µέρα περνούσα ένα µαρτύριο. Κάθε που χτυπούσε το ξυπνητήρι, το µόνο που ήθελα ήταν να κοιµηθώ, να µην πάω ποτέ ξανά σχολείο, να µην µπω ποτέ ξανά στο σχολικό!


Ώσπου κάποια µέρα όλα άλλαξαν. Στην αρχή ήταν µια µέρα σαν τις άλλες. Κάθισα στη θέση µου και ο ψηλός προσπάθησε πάλι να µε φοβερίσει. «Για να δούµε το σάκο σου. Τι έχεις για κολατσιό;» Μου άρπαξε το σακίδιο. Αυτή τη φορά, όµως, δε θα τον άφηνα να µε τροµάξει και έτσι άρπαξα και εγώ το δικό του σακίδιο. «Έι, τι κάνεις εκεί;» µε ρώτησε έκπληκτος. Όσο κρατούσε το δικό µου σάκο, τόσο κρατούσα το δικό του.


«Άσ’ το σακίδιό µου! Είναι δικό µου!» φώναζε. «Εσύ άφησε το δικό µου», επέµενα και εγώ. Τότε ήρθε η κυρία Ρένα. «Τι γίνεται εδώ;» «Μου πήρε το σάκο!» «Κι εµένα µου πήρε το δικό µου σάκο!» «Άρη και Αριστοτέλη, δώστε αµέσως πίσω τους σάκους σας ο ένας στον άλλο! Μου φαίνεται ότι θα πρέπει να σας χωρίσω».
Επιτέλους, η κυρία Ρένα είπε τις µαγικές λέξεις! Καθώς µου έδινε το σακίδιό µου και εγώ το δικό του, έπεσε ένα τετράδιό του στο πάτωµα. Από ευγένεια, το µάζεψα να του το δώσω. Και τότε τι να δω! Ήταν δυνατόν; «Αριστοτέλης;» διάβασα την ετικέτα και τον κοίταξα πονηρά.

Έγινε κατακόκκινος σαν παντζάρι. Πρώτη φορά τον έβλεπα να κοκκινίζει τόσο πολύ. Είχε πάρει το χρώµα της ντροπής. Εµ, βέβαια, τόσον καιρό κορόιδευε εµένα… «Τέλη Τέλη, τσιφτετέλι, Αριστοτέλη;» ήρθε η σειρά µου να πάρω το αίµα µου πίσω. «Σε παρακαλώ», µου είπε ψιθυριστά, «φώναζέ µε “Άρη”. ∆ε µου αρέσει το όνοµά µου και φοβάµαι µη µε κοροϊδέψουν τα παιδιά!» Για φαντάσου, ο νταής του σχολικού φοβόταν µην τον κοροϊδέψουν. Γι’ αυτό κορόιδευε εµένα!

Σήµερα ακόµα καθόµαστε µαζί στο σχολικό. Έχουµε ένα κοινό µυστικό. Και το πιο τρελό; Γίναµε κολλητοί φίλοι. Ο ψηλός και ο κοντός. Ποιος θα το περίµενε; Ο Αριστοτέλης και εγώ!








