Tο παραμύθι το φτιάξαμε όλοι μαζί συνεργατικά οι μαθητές και οι μαθήτριες της Γ και Δ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Δελφών.
Ελπίζουμε να σας αρέσει!!!
ΕΝΙ, ΗΛΙΑΣ,ΘΕΟΔΩΡΑ,ΚΑΤΕΡΙΝΑ,ΜΑΞΙΜΟΣ, ΜΑΡΙΑ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, ΡΕΝΤΙΟΛΑ, ΣΟΝΙΑ, ΣΠΥΡΟΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ











Κάποτε , στο Αρκουδόρεμα στην Πίνδο , σε μια ζεστή και άνετη σπηλιά , γεννήθηκε ένα θηλυκό αρκουδάκι .
Ήταν τόσο μικρό!
Η μαμά της την ονόμασε Βάλια .
Η Βάλια με τις φροντίδες της μαμάς της μεγάλωνε γρήγορα .

















Το αγαπημένο της φαγητό ήταν το μέλι και τα αγριοκέρασα.
Κάθε μεσημέρι έπαιρνε έναν υπνάκο στη σκιά του αγαπημένου της δέντρου .
Τα απογεύματα έπαιζε με τα άλλα αρκουδάκια και το βράδυ της άρεσε να χαζεύει την θέα στην κοιλάδα και μετά να πέφτει για ύπνο στη φωλιά , μαζί με τη μαμά της.




















Ήταν ευτυχισμένη και ξένοιαστη.
Ένα μόνο την τρόμαζε, οι άνθρωποι.
Από τότε που έκανε τα πρώτα της βήματα και άρχισε να βγαίνει από τη σπηλιά, η μαμά της, η Μυρτώ της έλεγε:
«Να φυλάγεσαι, μικρή μου ,από τους ανθρώπους !
Πολύ θέλουν να μας κάνουν κακό."
Άλλοι επειδή μας φοβούνται ,άλλοι για να μην τους χαλάσουμε τα μελίσσια και σίγουρα υπάρχουν και οι λαθροθήρες που δεν θα διστάσουν να σε πυροβολήσουν.
Έχει το νου σου και μείνε μακριά τους και μακριά από τον αυτοκινητόδρομο.

Άλλες φορές έβγαιναν περίπατο στο δάσος και τη μάθαινε να βρίσκει μόνη της την τροφή της.
Ποτέ να μην τρως κάτι που δεν το έχει συλλέξει μόνη σου. Πρέπει να ξέρεις από που προέρχεται το φαγητό σου.
Δεκάδες αρκούδες έχουν χαθεί από δηλητηριασμένα δολώματα. Αυτά έλεγε και ξανά έλεγε η μαμά αρκούδα και τα λόγια της καρφώθηκαν στο μυαλό της Βάλιας!



































Ο καιρός περνούσε και έφτασε ο χειμώνας. Πλησίασε ο καιρός που οι αρκούδες πέφτουν σε χειμερία νάρκη.
Η μαμά αρκούδα, ένα πρωί βγήκε να βρει φαγητό.
Έφτασε το βράδυ, και ακόμη δεν είχε επιστρέψει.
Η Βάλια κουρασμένη αποκοιμήθηκε.
Κοιμήθηκε πολλούς μήνες.


























Όταν ξύπνησε κοίταξε έξω από τη σπηλιά και όλα ήταν όμορφα και ανθισμένα.
Αμέσως σκέφτηκε τη μαμά της!
Έπρεπε να ψάξει να τη βρει.
Στο δρόμο συνάντησε την κυρία Σοφούλα την κουκουβάγια.
- Μήπως είδατε τη μητέρα μου ; ρώτησε η Βάλια.
-Αχ μικρούλα την είδα πριν καιρό να ψάχνει για τροφή. Μια μέρα στα μέρη μας εμφανίστηκαν λαθροθήρες δεν ξέρω τι απέγινε.













Η Βάλια συνέχισε το δρόμο της λίγο απογοητευμένη αλλά χωρίς να χάνει το κουράγιο της σε ένα ξέφωτο συνάντησε τον Γρηγόρη το ελάφι.
-Μήπως είδες στη μαμά μου ρώτησε ;
-Το χειμώνα στο δάσος έριξαν πολλά δηλητηριασμένα δολώματα, φοβάμαι μήπως έφαγε και αυτή, λυπάμαι μικρή μου!!

Το ελάφι συνέχισε τον δρόμο του και η Βάλια κάθισε κάτω από μία βελανιδιά και έκλαιγε. Δεν είδε τη μαμά της που ερχόταν προς το μέρος της.
Την αγκάλιασε, έκατσε δίπλα της και της διηγήθηκε όσα είχαν συμβεί ψάχνοντας για τροφή. Έφτασε μέχρι τον αυτοκινητόδρομο. Ένα αυτοκίνητο την χτύπησε και πέρασε το χειμώνα στο κέντρο περίθαλψης όπου τη φρόντισαν μέχρι να γίνει καλά.





Της έβαλαν ένα σύστημα εντοπισμού και την άφησαν ελεύθερη "ευτυχώς υπάρχουν και καλοί άνθρωποι", σκέφτηκε η Βάλια και αγκάλιασε πιο σφιχτά τη μαμά της.
Και κάπως έτσι τελείωσε η ιστορία μας!
Κι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!
ΤΕΛΟΣ
