
Μια φορά κι έναν καιρό, στην κορυφή ενός ψηλού χιονισμένου βουνού, ζούσε ένας χιονάνθρωπος
Μα κάποιος αετός που ήταν φίλος με τα παιδιά τον πληροφόρησε πως σε λίγο θα τελείωνε ο χειμώνας, θα ‘ρχότανε η άνοιξη με τον ήλιο της και το χιόνι θα ‘λιωνε. «Πού να πάω για να σωθώ;» ρώτησε ο χιονάνθρωπος τον αετό. Αυτός άπλωσε τη φτερούγα του και του έδειξε κατά το βοριά.
Έφτασε σε μια πολιτεία, τον είδανε τα παιδιά που παίζανε στην πλατεία, τον πήρανε μαζί τους. . Ο χιονάνθρωπος διασκέδαζε με τα παιδιά μα δε ξεχνούσε ότι έπρεπε να φύγει.
Ο χιονάνθρωπος έψαξε για το λιμάνι, το βρήκε, είδε τ’ αραγμένα καράβια, τα ρώτησε αν ξέρουν πώς πάνε στα βορινά. «Θα σε πηγαίναμε εμείς, μα έχει τρικυμία αυτές τις μέρες και δε σαλπάρουμε», τον απογοήτεψαν τα καράβια. «Και τώρα, τι θα κάνω;» δάκρυσε ο χιονάνθρωπος
Τον είδε έτσι λυπημένο μια βαρκούλα, ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ τη λέγανε. «Άντε να σε πάω εγώ!» του είπε κι ο χιονάνθρωπος καταχάρηκε. Βολεύτηκε κάπου στην πλώρη κι ανοίχτηκαν στο πέλαγο.
Η φουρτούνα ήταν δυνατή. Να κάτι θεόρατα κύματα χτυπάγανε τη βάρκα κι έτριζαν τα γέρικα ξύλα, «κριτς!»ράγισε η βάρκα και ο χιονάνθρωπος βρέθηκε στη θάλασσα
Ήταν κι ένας καρχαρίας π’ όρμηξε και, «χαπ!» έκοψε ένα κομμάτι από την κοιλιά του χιονάνθρωπου και έπαθε φαρυγγίτιδα
Πέρασαν πολλές μέρες και μήνες και το νερό αυτό που κάποτε ήταν χιονάνθρωπος, βρέθηκε σε μιαν άλλη παραλία. Το έριξαν τα κύματα στα βράχια, κύλησε σε μια λακκούβα κι έμεινε εκει
Βγήκε ο ήλιος και το ζέστανε, το έκανε μικρές σταγόνες, π’ ανασηκώθηκαν ψηλά, μέχρι τον ουρανό φτάσανε
Ενώθηκαν όλες μαζί, φτιάξανε ένα σύννεφο.
Το σύννεφο έπεσε σαν χιόνι πάνω στην κορυφή.
Περαστικοί ορειβάτες άρχισαν το χιονοπόλεμο και μετά φτιάξανε ένα χιονάνθρωπο Ήταν τόσο χαρούμενος που δε χάθηκε
