Η εικογράφηση και η αφήγηση πραγματοποιήθηκε από τα παιδιά του 4ου Νηπιαγωγείου Καρδίτσας.


Η Ειρήνη έβλεπε τις φωτιές που έκαιγαν τα σπίτια.

Άρχισε να τρέχει προς το δάσος για να ξεφύγει από τις φωτιές.

Τρέχει και φτάνει στο δάσος να κρυφτεί.

Φτάνοντας εκεί έφαγε μερικά βατόμουρα από το δέντρο και έφτιαξε ένα κρεβάτι από χόρτα για να κοιμηθεί.

Αργότερα έφυγε από το δάσος γιατί φοβόταν και πήγε σε ένα χωριό. Εκεί είδε δυο ανθρώπους να συζητάνε κάτω από το ζεστό ήλιο.

Όμως ένας κύριος φώναξε την αστυνομία και η Ειρήνη άρχισε πάλι να τρέχει...
Τώρα έφτασε στη Χώρα των Πετροφάγων. Τις έδωσαν πέτρες για να φάει, αλλά εκείνη δεν μπορούσε να τις φάει. Τότε θύμωσαν και την έδιωξαν...

Η Ειρήνη έφυγε λυπημένη. Αφού μπήκε ξανά σε ένα σκοτεινό δάσος έφτασε στη Χώρα με τις Μεταξωτές Ουρές. Στην αρχή την δέχτηκαν και της είπαν να μείνει αλλά όταν κατάλαβαν ότι δεν είχε ουρά όπως εκείνες της είπαν να φύγει.

Η Ειρήνη ένιωθε και πάλι θλιμμένη. Φτάνοντας στο τέλος του δάσους συνάντησε τη Χώρα των Μουτζουρωμένων Κορακιών. Τα κοράκια της έδωσαν ένα ψόφιο ποντίκι για να φάει και της έφτιαξαν μια φωλιά ψηλά στο δέντρο. Αλλά ούτε εκεί μπορούσε να μείνει...

Αφού έφυγε από το δάσος έφτασε στη Χώρα που ήταν οι πλούσιοι Άνθρωποι. Τους έλεγαν Αχόρταγους. Αλλά και εκεί κανείς δεν της έδωσε καμία σημασία.

Η Ειρήνη έφυγε από την πόλη και στο τέλος της βρήκε την Χώρα των Φτωχών. Εκεί ήταν ένας σκουπιδότοπος με πολλά εργοστάσια και οι φτωχοί άνθρωποι ζούσαν σε παράγκες. Αλλά την έδιωξαν και από εκεί ...

Έτσι έφυγε και από εκεί. Προχωρώντας ξανά μέσα στο δάσος μόνη και θλιμμένη βλέπει ένα δεντρόσπιτο και από εκεί να της φωνάζει ένας κύριος. Ήταν ο κύριος Καλόκαρδος. Της έδωσε ψωμί με τυρί για να φάει και της είπε πως μπορεί να μείνει εκεί μαζί με την οικογένεια του.

