Γκάλβα Μαρίνα, Ελευθεριάδης Ανδρέας, Ελευθεριάδης Δημήτρης, Καρυοφύλλης Θοδωρής, Κουλαξίδου Ιουλιέτα, Νάτση Καλλιόπη, Ξίφτου Φιλιππία, Ράγκα Αρόρα, Σαρίδης Γιώργος, Σαρίκας Γιάννης, Τενώκης Γιώργος, Τενώκης Χαράλαμπος
Υπεύθυνη νηπιαγωγός:
Βεντούλη Κωνσταντίνα

Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένα ουράνιο τόξο, ο Χρωματιστούλης, που είχε πολλά και λαμπερά χρώματα και ζούσε στην αυλή του σπιτιού μου.
Ο Χρωματιστούλης ήταν το πιο χαρούμενο ουράνιο τόξο που έχω συναντήσει ποτέ μου. Ήταν πάντα χαμογελαστός και του άρεσε να είναι ευγενικός και να βοηθάει όλο τον κόσμο.
Μια μέρα η μαμά του γέννησε ένα κορίτσι, τη Χρωματιστή. Μόλις την έφερε στο σπίτι, ο Χρωματιστούλης θύμωσε πολύ. Δεν ήξερε γιατί είχε θυμώσει, αλλά ήξερε ότι δεν του άρεσε που είχαν ένα μωρό στο σπίτι.
Όταν έβλεπε την αδερφή του ένιωθε μέσα του κάτι περίεργο, κάτι διαφορετικό, που τον έκανε να μην θέλει να είναι όπως πριν. Δεν ήθελε πλέον να είναι ευγενικός, ήθελε μόνο να κάνει ότι του αρέσει και να διώξει το μωρό από το σπίτι.
Το χαμόγελο του Χρωματιστούλη άρχιζε να εξαφανίζεται και η συμπεριφορά του να αλλάζει πάρα πολύ. Μόλις έβλεπε τη Χρωματιστή της τραβούσε τα μαλλιά και τα αυτιά, της έπαιρνε το μπιμπερό και την πιπίλα και τα πετούσε κάτω με όλη του τη δύναμη για να σπάσουν.
Όσο όμως ο Χρωματιστούλης συμπεριφερόταν άσχημα, έβλεπε ότι άρχισε να χάνει και ένα ένα τα χρώματά του, μέχρι που στο τέλος έγινε ολόκληρος γκρι.
Όταν κατάλαβε ο Χρωματιστούλης ότι έχασε όλα του τα χρώματα και έγινε γκρι ήταν πολύ λυπημένος και απογοητευμένος και δεν ήξερε τι να κάνει για να ξαναγίνει όπως πριν.
Σκέφτηκε να επισκεφτεί τον παππού του που σίγουρα θα είχε κάποια συμβουλή να του δώσει, αφού ήταν από τα πιο σοφά ουράνια τόξα που γνώριζε.
«Παππού, κοίτα τι έπαθα… Πώς θα ξαναγίνω όπως πριν;» είπε κλαίγοντας ο Χρωματιστούλης.
Ο παππούς του αμέσως κατάλαβε τι συνέβη και του είπε «Για πες μου Χρωματιστούλη, μήπως έγινε κάτι τελευταία που δεν μου έχεις πει;».
«Ναι, παππού… κάτι έγινε. Η μαμά έφερε στο σπίτι τη Χρωματιστή και ξαφνικά όλα άλλαξαν…».
«Δηλαδή Χρωματιστούλη; Τι συνέβη;».
«Δεν μου άρεσε καθόλου που ήρθε στο σπίτι η Χρωματιστή και ήθελα να τη διώξω. Γι’ αυτό την ενοχλούσα συνέχεια για να φύγει».
«Γιατί Χρωματιστούλη μου να μην θέλεις το μωρό στο σπίτι; Τι σου έκανε;».
«Τίποτε δεν μου έκανε παππού, αλλά με ενοχλούσε που όλοι ασχολούνταν μαζί της και ένιωθα πως κανένας πλέον δεν θα ενδιαφερόταν για μένα, πως δεν θα με ήθελαν αφού είχαν τη Χρωματιστή».
«Ξέρεις πώς λέγεται αυτό που ένιωθες Χρωματιστούλη; Ζήλια… Και ξέρεις τι είναι; Είναι ένα άσχημο συναίσθημα, που σε έκανε να παρασυρθείς και να ξεχάσεις τους καλούς σου τρόπους και την αγάπη σου για όλους. Η ζήλια που ένιωθες για τη Χρωματιστή μέρα με τη μέρα μαύριζε την καρδιά σου και τελικά αφού έχασες την ομορφιά της καρδιάς σου, έχασες και την ομορφιά από τα χρώματά σου».
«Και τι πρέπει να κάνω τώρα παππού;» τον ρώτησε με αγωνία ο Χρωματιστούλης.
«Μόλις αποφασίσεις ότι θα αλλάξεις συμπεριφορά, θα γίνεις πάλι ευγενικός και θα αγαπήσεις την αδερφή σου, τότε θα επιστρέψουν και τα χρώματά σου. Αλλά να θυμάσαι, όλα αυτά πρέπει να γίνουν μέσα από την καρδιά σου».
Ο Χρωματιστούλης άκουσε με μεγάλη προσοχή τα λόγια του παππού και αποφάσισε να αλλάξει και να αγαπήσει τη Χρωματιστή με όλη του την καρδιά. Άρχισε να την προσέχει, να την φροντίζει, να την ταΐζει, να την πηγαίνει βόλτα με το καρότσι, να της δίνει φιλάκια και να της κάνει τις πιο ζεστές αγκαλιές. Κάθε μέρα ο Χρωματιστούλης έβρισκε και από ένα χρώμα του και έγινε πάλι πολύ χαρούμενος. Από τότε κατάλαβε πως με την αγάπη μπορεί να κερδίζει στη ζωή του και δεν το ξέχασε ποτέ. Και έζησαν αυτοί καλά και χρωματιστά και εμείς ακόμα καλύτερα!
