
Μια φορά κι έναν καιρό, σ' έναν τόπο ορεινό με μεγάλες ανηφόρες, δύο φίλοι βγήκαν για τρέξιμο.
Ήταν το Κουκί και το Ρεβίθι, που τους άρεσε πολύ να τρέχουν για να έχουν γερό σώμα και να τους επιλέγουν οι παραγωγοί στη λαϊκή ως μοντ΄έλα οσπρίων!
Ξάφνου βλέπουν μπροστά τους μία βρύση και αρχίζουν να φωνάζουν:
"εγώ θα πιώ νερό"
"όχι, εγώ θα πιώ νερό πρώτος!"
Έτσι, άρχισε ένας καυγάς...μεγάλος!!!
Έτσι λοιπόν «Το Κουκί και το Ρεβίθι εμαλώνανε στη βρύση και περνάει η Φακή» και παίρνει τηλέφωνο το 100...γιατί αυτό που έβλεπε δεν το έκρινε καθόλου σωστό.

Έπειτα, ήρθε ο αστυνομικός, ο κύριος Μακορόνι και τους σταμάτησε, λέγοντάς τους πως είναι μεσημέρι και είναι ώρα κοινής ησυχίας, δεν επιτρέπονται οι φωνές, καθώς επίσης απαγορεύεται η ΒΙΑ και το BULLING!
Χωρίς να έχει άλλη επιλογή, ο κύριος Μακορόνι έβαλε χειροπέδες στους δ΄ύο αταξίες και τους οδήγησε στο Αστυνομικό Τμήμα.
Ως αποτέλεσμα όλων όσων έγιναν, οι δύο φίλοι βρέθηκαν μέσα σ' ένα κελί της φυλακής, πίσω από τα κάγκελα.
Μα ήταν πολύ μετανιωμένοι για την άσχημη συμπεριφορά τους κι αναλογίζονταν πώς θα ήταν τα πράγματα αν δε μάλωναν.
Στο μεταξύ, στο Αστυνομικό Τμήμα η Φακή έδινε κατάθεση όλων όσων είδε στον κύριο Μακορόνι τον αστυνομικό. Εκείνη τη στιγμή, μπήκε μέσα με ένα μεγάλο χαμόγελο η κυρία Φάβα, η δικηγόρος, κρατώντας μία τσάντα χαρτοφύλακα
Η δικηγόρος Φάβα έβγαλε από το χαρτοφύλακα πολλά έγγραφα που αποδείκνυαν ότι το Κουκί και το Ρεβίθι βρέθηκαν άδικα στη φυλακή.
Συγκεκριμένα, το πρώτο χαρτί έλεγε ότι μέχρι τώρα ήταν και οι δύο πολύ υπεύθυνοι πολίτες και το δεύτερο ότι δεν ήξεραν πως ήταν μεσημέρι, γιατί στη χώρα τους κάνει ζέστη απ' το πρωί. Το Κουκί ήταν από την Κίνα και το Ρεβίθι απ' την Ινδία.
Αφού άκουσε όλα αυτά ο κύριος Μακαρόνι αποφάσισε πως το Κουκί και το Ρεβίθι ήταν Αθώοι και τους άφησε ελε΄ύθερους.
Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
Μια ιστορία φτιαγμένη από τα παιδιά με την αξιοποίηση γρίφων και αινιγμάτων.
