

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μία βασίλισσα χαμογελαστή και καλή.

Ένας ιππότης προστάτευε τη βασίλισσα στο κάστρο της. Εκείνη τον βοηθούσε σε ότι χρειαζότανε. Κουραζόταν πολύ να προσέχει όλο το κάστρο.

Το κάστρο της δεν έμοιαζε με τα άλλα γιατί είχε τα χρώματα του ουράνιου τόξου και ξεχώριζε μέσα στην εξοχή.

Τα καλοκαίρια αφού τελείωνε τις δουλειές της ετοίμαζε τα καλοκαιρινά της και ξεκινούσε με το άλογο να πάει στην εξοχή. Εκεί κοντά ήταν η θάλασσα. Η βασίλισσα συνήθιζε να πηγαίνει να κάνει βουτιές.

Λίγο πριν κάνει τη βουτιά της στη θάλασσα είδε ένα καράβι να έρχεται. Η βασίλισσα φοβήθηκε και βγήκε τρέχοντας από τη θάλασσα να κρυφτεί.Είχε κοιτάξει τη σημαία στο καράβι και κατάλαβε ότι κινδυνεύει. Ήταν μια πειρατική σημαία.
Ένας πειρατής εφανίστηκε μπροστά της και πήγε να την παγιδεύσει. Κι αυτή όπου φύγει φύγει. Ήταν λίγο φοβιτσιάρα. Σχεδόν την έπιασε με το γάντζο του.

Τις φωνές της άκουσε η καλή της νεράιδα και έτρεξε αμέσως κοντά της. Την άρπαξε με τα φτερά της και πέταξαν πάνω από την ταράτσα του σχολείου μας. Δεν άργησε να βρεθεί μέσα στην τάξη μας.

Η Ναταλία και ο Λέο ήταν ξύπνιοι εκείνη την ώρα. Αμέσως έτρεξαν να ξυπνήσουν και τα υπόλοιπα παιδιά που σηκώθηκαν και αγκάλιασαν την νεράιδα και τη βασίλισσα. Από τότε τις κράτησαν κοντά τους και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
