Εικονογράφηση:

Σε ένα μικρό, ηλιόλουστο χωριό της Ελλάδας με λόφους γεμάτους ελαιόδεντρα βρέθηκαν δυο παιδιά Γυμνασίου, ο Δανιήλ και η Δανάη.

Ήταν δίδυμα αδέρφια, πρόσφυγες, που αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω τους το σπίτι και τους γονείς τους, εξαιτίας του πολέμου.
Μετά από ένα πολυήμερο και πολύ κουραστικό ταξίδι, αφού περιπλανήθηκαν αρκετά, σταμάτησαν σε έναν παρατημένο ελαιώνα.
Κουρασμένοι όπως ήταν κάθισαν να ξεκουραστούν στις ρίζες μιας γέρικης ελιάς. Και εκεί αποκοιμήθηκαν.
Καθώς κοιμόντουσαν έβλεπαν και οι δύο το ίδιο όνειρο. Η ελιά με απαλή, γέρικη φωνή τους μίλησε:

Είμαι η Σοφή Ελιά, που έχω δει πολλά και έχω ακούσει. Τι σας φέρνει εδώ και πώς σας λένε; τους ρώτησε.

Τα παιδιά αμέσως της απάντησαν πως τους έλεγαν Δανιήλ και Δανάη και πως είχαν φύγει από την Ουκρανία ως πρόσφυγες λόγω του πολέμου.

Της μίλησαν για το φόβο που ένιωσαν, για το μεγάλο ταξίδι που έκαναν, για την πείνα και την κούραση που βίωσαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, αλλά και για την ελπίδα τους να ξανασμίξουν με τους γονείς τους. Ακόμα, είπαν και για τη μεγάλη τους θλίψη καθώς βρίσκονταν σε μία ξένη χώρα μόνα τους.

- Ξυπνήστε τώρα και όλα θα πάνε καλά, τους είπε η Σοφή Ελιά.
Τα παιδιά ξύπνησαν και αμέσως είδαν μπροστά τους ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Αφού
διηγήθηκαν και σε εκείνους όλα όσα είχαν περάσει, η γιαγιά και ο παππούς πήραν τα παιδιά σπίτι τους, που βρίσκονταν στην άκρη του ελαιώνα, και έκτοτε τα είχαν σαν παιδιά τους.

Τα δύο αδέρφια ξεκίνησαν και πάλι να πηγαίνουν σχολείο και τα απογεύματα βοηθούσαν στον ελαιώνα. Σύντομα με την εργατικότητά τους κατάφεραν να τον ομορφύνουν και να τον μεγαλώσουν.

Όμως, μια βροχερή, χειμωνιάτικη μέρα, γυρνώντας από το σχολείο, ο Δανιήλ και η Δανάη διαπίστωσαν ότι η γιαγιά και ο παππούς είχαν φύγει από τη ζωή. Νιώθοντας μεγάλη θλίψη για την απώλεια αυτή, κάθισαν στις ρίζες της Σοφής Ελιάς και εκείνη τους παρηγορούσε:

- Αγαπημένα μου παιδιά, μην στεναχωριέστε. Δυστυχώς συμβαίνουν αυτά στη ζωή. Για να σας παρηγορήσω θα σας δώσω αυτούς τους μαγικούς καρπούς που όποιος τους τρώει βρίσκει λύση στα
προβλήματά του.
Μόνο οι καλόκαρδοι, όμως, μπορούν να τους φάνε. Για τους υπόλοιπους οι ελιές μετατρέπονται σε πέτρες.

O Δανιήλ και η Δανάη πήραν τους καρπούς στα χέρια τους και αποφάσισαν να δώσουν λύση σε αυτό που τόσο πολύ τους είχε βασανίσει στη ζωή τους, τον πόλεμο. Ταξίδεψαν, λοιπόν, σε όλο τον κόσμο δίνοντας τους μαγικούς καρπούς σε αυτούς που κυβερνούσαν.
Όσοι ήταν καλόκαρδοι βρήκαν τη λύση και κατάφεραν να σταματήσουν τους πολέμους όλου του κόσμου. Όσο για τον Δανιήλ και τη Δανάη, αφού σταμάτησαν οι πόλεμοι, ταξίδεψαν στην Ουκρανία και κατάφεραν να ξαναβρούν τους γονείς τους.

Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!





Ο Δανιήλ και η Δανάη, πρόσφυγες από την Ουκρανία, βρίσκονται σ’ έναν ελαιώνα στην Ελλάδα. Κουρασμένοι, αποκοιμιούνται και ονειρεύονται ότι συνομιλούν με τη Σοφή Ελιά. Όταν ξυπνάνε, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι τους προσφέρει στέγη και θαλπωρή. Λίγο καιρό μετά, ο παππούς και η γιαγιά φεύγουν από τη ζωή και τα παιδιά στρέφονται στην ελιά πάλι για παρηγοριά και εκείνη τους δίνει τους μαγικούς καρπούς της. Τι θα κάνουν άραγε τα παιδιά με αυτούς τους καρπούς;
