Μια διαφορετική χριστουγεννιάτικη ιστορία This book was created and published on StoryJumper™
©2014 StoryJumper, Inc. All rights reserved.
Publish your own children's book:
www.storyjumper.com





































Χειμώνιασε για τα καλά. Ημερολογιακά
τουλάχιστον. Έρχονται και τα Χριστούγεννα,
όπου να ‘ναι. Αυτή η μαγική γιορτή η
πασπαλισμένη χρυσόσκονη και άχνη ζάχαρη. Τα
παιδιά τη λατρεύουν, όχι μόνο χάρη στα
πάμπολλα χρωματιστά λαμπιόνια και στα
πεντανόστιμα γλυκά που κάνουν τον αέρα να
μοσχοβολά, αλλά, κυρίως, για τη μαγική στιγμή
της επίσκεψης του καλού τους Αϊ-Βασίλη.









Από νωρίς φροντίζουν να ετοιμάσουν τις λίστες με
τις παραγγελίες τους για τον Άγιο. Αυτοκινητάκια,
αρκουδάκια, κούκλες, επιτραπέζια, ηλεκτρονικά
παιχνίδια, ποδήλατα, υπολογιστές και τόσα άλλα.
Ατέλειωτες στοίβες γραμμάτων συγκεντρώνονται
στα ταχυδρομεία με παραλήπτη τον Άγιο Βασίλη, το
γλυκούλη χαμογελαστό γεράκο με την κάτασπρη
γενειάδα και την κόκκινη στολή που σκορπά χαρά
και ευτυχία σε μικρούς και μεγάλους ανήμερα της
Πρωτοχρονιάς.















Δεν είναι όμως μόνο τα παιδιά όλων των ηλικιών που
περιμένουν με ανυπομονησία τα Χριστούγεννα.
Μεγάλος ενθουσιασμός και κινητικότητα
παρατηρείται και στα μολύβια και τα χαρτιά που
βρίσκονται στα ράφια των βιβλιοπωλείων όλου του
κόσμου. Είναι, βλέπετε, απαραίτητα μέσα για την
έκφραση των επιθυμιών των παιδιών και αποτελούν
τους διαμεσολαβητές τους στον Άγιο, ο οποίος
μάλιστα, πιστός στις παραδόσεις, αλλά και λόγω της
ηλικίας του, δεν είναι καθόλου εξοικειωμένος με τις
νέες τεχνολογίες και τα email.





Έτσι, είναι μεγάλη τιμή για ένα μολύβι να πάρει
μέρος στη σύνθεση της λίστας με τα δώρα που θα
σταλεί στον Αϊ-Βασίλη. Είναι μεγάλη τιμή και του
χαρτιού, αλλά και του φακέλου, να φιλοξενήσουν
τις σκέψεις και τα «θέλω» των παιδιών όλου του
κόσμου.










Την ίδια χαρά και ανυπομονησία ένιωθαν και τα
μολύβια του μικρού Μπρούνο. Ο ενθουσιασμός
που επικρατούσε μέσα στη μολυβοθήκη, πάνω
στο πρόχειρο γραφείο του μικρού, ξεπερνούσε
κάθε φαντασία. Αλλά και τα λευκά χαρτιά κάτω
από τα βιβλία του είχαν αρχίσει να σπρώχνονται
για το ποιο θα ήταν το τυχερό που θα έφτανε
στα χέρια του Αϊ-Βασίλη.










Σπρώχνονταν, τσαλακώνονταν, μέχρι που κάποια δε
γλίτωσαν το θανατηφόρο σκίσιμο προκειμένου να
βγουν πάνω πάνω στη στοίβα. Ο συναγερμός είχε
σημάνει από νωρίς το πρωί, όταν άκουσαν τη μαμά
να λέει στο Μπρούνο πως το βράδυ θα έπρεπε να
ετοιμάσει κι εκείνος το γράμμα του προς τον Άγιο
Βασίλη, γι’ αυτό και θα έπρεπε από το πρωί να
σκεφτεί καλά τι θα ήθελε να του ζητήσει. Έπειτα ο
Άγιος, θα σκεφτόταν αν ο Μπρούνο ήταν καλό παιδί
όλο το χρόνο και ανάλογα θα εκπλήρωνε ή όχι την
επιθυμία του.
!!!




- Είμαι βέβαιο πως εγώ θα ‘μαι το τυχερό
μολύβι, με το οποίο ο Μπρούνο θα γράψει το
γράμμα στον Άγιο, είπε το μεγάλο κίτρινο
μολύβι με την καινούργια γόμα από πίσω.
- Αμάν αυτή η σιγουριά σου! Γιατί δηλαδή να
προτιμήσει εσένα κι όχι εμένα; Τι μου λείπει;
ύψωσε τη φωνή του το κόκκινο μολύβι με το
λιονταράκι πάνω του. Είμαι καινούργιο,
μαλακό, μαύρο και καλοξυσμένο. Ό,τι πρέπει
για επίσημες επιστολές.








- Μην κάνετε άδικα όνειρα, είπε το μπλε κοντό
μολυβάκι. Το μέγεθός μου φανερώνει
σαφέστατα με ποιο προτιμά ο Μπρούνο να
γράφει! Εμένα θα διαλέξει για την επιστολή
του. Θα το δείτε!
- Και γιατί να διαλέξει εσένα δηλαδή; είπε ένα
πράσινο μολύβι.




















- Και ποιο να διαλέξει; είπαν με μια φωνή το
μπλε και το κόκκινο μολύβι.
- Να διαλέξει εμένα, για να δώσει ένα
χαρούμενο χρώμα στο γραπτό του, βρε
αδερφέ! επιχειρηματολόγησε το μολύβι με την
πράσινη μυτούλα.




















- Μ’ αυτή τη λογική, θα μπορούσε να διαλέξει κι
εμένα! πετάχτηκε το ροζ μολύβι. Είμαι
χαριτωμένο, ευγενικό, απαλό και θα έδινα μια
ονειρική διάσταση στο γράμμα του Μπρούνο.
- Με μένα, είπε το τσακισμένο μολύβι με τη
σπασμένη μπλε μυτούλα, θα μπορέσει να φτιάξει
αγγελάκια στο γράμμα του.















- Και με μένα ένα μεγάλο, λαμπερό,
κατακίτρινο αστέρι! ακούστηκε μια φωνή από
το βάθος της μολυβοθήκης. Τα μολύβια
έσκυψαν και αντίκρισαν μία μικροσκοπική
κίτρινη ξυλομπογιά, η οποία ονειρευόταν να
λάβει κι εκείνη μέρος στη γιορτή των
μολυβιών, παρόλο που ήταν πολύ γριά και οι
δυνάμεις της την εγκατέλειπαν.















- Άμα είναι έτσι, μπορώ κι εγώ να σχηματίσω
κατακόκκινες καρδούλες και υπέροχους
κατακόκκινους φιόγκους πάνω στο τυχερό
χαρτί, δίνοντάς του έτσι μια πιο χαρούμενη και
εορταστική διάσταση, είπε η κόκκινη
ξυλομπογιά.


















-Μην τσακώνεστε! ακούστηκε η μπάσα φωνή
ενός ξεβαμμένου και καταδαγκωμένου μαύρου
μολυβιού. Ο Μπρούνο παρόλο που είναι μικρός,
είναι πανέξυπνος και ποτέ δεν άφησε κανένα
μας παραπονεμένο. Φτιάχνει πάντοτε τις
καλύτερες ζωγραφιές και η δασκάλα του τις
κρεμά με καμάρι στην τάξη. Γιατί να μην κάνει
το ίδιο και αυτή τη φορά, για ένα τόσο
σημαντικό γράμμα;
















Εξάλλου, ξέρει καλά πως είναι μεγάλη τιμή για
εμάς να αφήσουμε ένα κομμάτι της ψυχής μας
πάνω στο χαρτί που θα ταξιδέψει ως τη
Λαπωνία. Ξέρει καλά πως είναι μεγάλη μας
χαρά να μεταφέρουμε τα μηνύματά του, πόσο
μάλλον όταν πρόκειται για χάρες που θα τον
κάνουν ευτυχισμένο αυτές τις γιορτινές μέρες.




















Στη μολυβοθήκη επικράτησε ησυχία μετά τα
λόγια του σοφού μολυβιού. Αλλά και τα χαρτιά
που άκουσαν όλη τη συζήτηση σταμάτησαν να
τσακώνονται για το ποιο θα βγει πιο πάνω στη
στοίβα. Σκέφτονταν πως το καθένα τους είναι
ξεχωριστό και πως όλα μαζί θα μπορούσαν να
συνεργαστούν άψογα για τον ίδιο σκοπό.
















Το βράδυ έφτασε και η επίσημη ώρα της
συγγραφής της επιστολής προς τον Αϊ-Βασίλη,
επιτέλους, ήρθε! Ο Μπρούνο κάθισε στο
γραφείο του, άναψε το φωτιστικό του, τράβηξε
ένα χαρτί από τη μέση της στοίβας, έπιασε το
κίτρινο μολύβι με την καινούργια γόμα από
πίσω και ετοιμάστηκε να γράψει.















«Αγαπητέ Άγιε Βασίλη
Σου γράφω αυτό το γράμμα για να σου
ζητήσω…»
Όμως, ξαφνικά, σταμάτησε. Σκέφτηκε πως δεν
ήταν ευγενικό να ξεκινήσει με απαίτηση. Θα
μπορούσε να κάνει μια εισαγωγή. Έτσι, άφησε
στην άκρη το χαρτί αυτό, τράβηξε ένα άλλο
από τη στοίβα και ξανάρχισε.




«Αγαπημένε μου Αϊ-Βασίλη,
με μεγάλη ανυπομονησία περίμενα τον καιρό
που θα σου έγραφα αυτό το γράμμα. Ελπίζω να
είσαι καλά και να μη σε κούρασαν τα
εκατομμύρια γράμματα απ’ όλο τον κόσμο που
καταφτάνουν στο σπιτικό σου αυτές τις μέρες.
Εξάλλου, έχεις και τους βοηθούς σου που θα σε
βοηθήσουν να μοιράσεις εγκαίρως τα δώρα σου
και να πραγματοποιήσεις όλες τις ευχές που θα
σου ζητηθούν. Γνωρίζεις, φαντάζομαι, τη χαρά
που παίρνει κανείς όταν βλέπει τις επιθυμίες
του να γίνονται πραγματικότητα, έτσι δεν
είναι;»



Μα πάλι σταμάτησε ο Μπρούνο να γράφει.
Ξαναδιάβασε το γραπτό και του φαινόταν καλό,
όμως, να… το μολύβι αυτό ήταν καινούργιο και
δεν τον βόλευε στο χέρι. Το άφησε λοιπόν πάλι
στη μολυβοθήκη του και πήρε το παλιό μπλε
μολύβι, που είχε κοντύνει αρκετά από το ξύσε
ξύσε, για να συνεχίσει το γράμμα του.






«Άγιε μου Βασίλη σήμερα είμαι λιγάκι
λυπημένος. Τα παιδιά στο σχολείο δεν ήθελαν
να κάτσουν δίπλα μου στο θρανίο γιατί τα
ρούχα μου είναι λιγάκι παλιά. Όχι, όχι! Δε θα
σου ζητήσω καινούργια φόρμα. Ήθελα μόνο να
σου πω πώς αισθάνομαι. Με κοιτούν με μισό
μάτι και συχνά, όταν κάτι δεν καταφέρνω στα
μαθήματα ή στα παιχνίδια, με αποκαλούν
περιφρονητικά «Γύφτο» ή «Τσιγγάνο», λες και
είναι βρισιά να είναι κανείς Τσιγγάνος!




Πολλές φορές νιώθω μοναξιά παρόλο που είμαι
ένας άριστος μαθητής και σε τίποτα δεν υστερώ
από τους συμμαθητές μου, ούτε στα μαθήματα,
ούτε στη ζωγραφική, ούτε στο τρέξιμο, ούτε
πουθενά!













Αχ, Άγιε Βασίλη μου, εγώ θα ήθελα να σου
ζητήσω μια διαφορετική χάρη. Δε θα ‘θελα
καινούργια παιχνίδια και φανταχτερά ρούχα. Τα
παιχνίδια που έχω με φτάνουν και τα ρούχα
μου, μπορεί να ‘ναι παλιά, όμως είναι γερά και
πεντακάθαρα. Εγώ θα ήθελα να μου φέρεις…
φίλους. Θα ήθελα περισσότερη κατανόηση από
τους συμμαθητές μου, περισσότερη ζεστασιά,
αποδοχή και αγάπη από τους γύρω μου. Με
άλλα λόγια, καλέ μου Αϊ-Βασίλη, για τις φετινές
γιορτές σου ζητώ να μου φέρεις π α ρ έ α που
τόσο μου λείπει.












Σ’ ευχαριστώ πολύ και να ξέρεις ότι
σ’ αγαπώ πολύ πολύ
Μπρούνο»




Ο Μπρούνο, σαν καλός μαθητής που ήταν,
ξαναδιάβασε το γράμμα του και σκέφτηκε να το
διακοσμήσει λιγάκι, έτσι, για να το κάνει λίγο
πιο γιορτινό και ευχάριστο ώστε να κλέψει από
την αρχή την καρδιά του Αϊ-Βασίλη. Πήρε
λοιπόν τις ξυλομπογιές του και ζωγράφισε ένα
πανέμορφο, καταπράσινο χριστουγεννιάτικο
δέντρο.










Το στόλισε με λογής λογής μπαλίτσες και… έδεσε
στα κλαδιά του κατακόκκινους φιόγκους. Έπειτα
σκέφτηκε να διακοσμήσει και το κείμενό του.
Έτσι πήρε την πράσινη ξυλομπογιά, την έξυσε
καλά και έγραψε μ’ αυτή τη λέξη «φίλους».
Διάλεξε το μπλε για να γράψει τη λέξη
«κατανόηση» και τόσο του άρεσε το στόλισμα
του γραπτού του, ώστε έγραψε με κόκκινο
μολύβι τη λέξη «ζεστασιά», με λαμπερό κίτρινο
χρώμα τη λέξη «αποδοχή», ενώ για την «αγάπη»
διάλεξε το απαλό κι ευγενικό ροζ. Τη δε «παρέα»
την έκανε πολύχρωμη! Ένα χρώμα για κάθε
γραμματάκι της.







Έπειτα κοίταξε το γραπτό του. Έμοιαζε από
μόνο του με ένα φωτεινό χριστουγεννιάτικο
δέντρο που στα κλαδιά του είχε κρεμασμένες
τις πολύχρωμες επιθυμίες του.


































Ο Μπρούνο χαμογέλασε. Λίγο πριν σβήσει το
φως και χωθεί κάτω από τα σκεπάσματα του
κρεβατιού του, δίπλωσε με μεγάλη προσοχή το
γράμμα του, το έβαλε όμορφα όμορφα στο
φάκελο και το έκλεισε καλά. Απ’ έξω έγραψε:














ΠΡΟΣ
Άγιο Βασίλη
Παντοτινό κάτοικο των καρδιών μας





























