
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας τρελιάρης βασιλιάς σε ένα μακρινό χωριό, το Σκουποκαπελοχώρι.
Ο βασιλιάς έμαθε ότι στο γειτονικό βασίλειο ζούσε μια όμορφη πριγκίπισσα κι αποφάσισε να την επισκεφτεί και να ζητήσει από τον πατέρα της να την κάνει γυναίκα του.
Πριν πάει να της ζητήσει το χέρι, σκέφτηκε να της προσφέρει δώρα πολλά. Τα δώρα ο βασιλιάς τα είχε σε ένα υπόγειο του παλατιού του, που τα φύλαγε ένα άτακτο ξωτικό που το έλεγαν Γουάλυ.
Σε μια υγρή, σκοτεινή σπηλιά ζούσε ένας μοχθηρός και άπληστος δράκος, που τα ήθελε όλα δικά του.
Το ξωτικό ήταν συνεργάτης του μοχθηρού δράκου.
Μετά από μια πολύ κουραστική μέρα, ο βασιλιάς είχε ανάγκη από έναν βαθύ ύπνο.
Το βράδυ λοιπόν αυτό και μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα ο Κρίστοφερ, ο άπληστος δράκος, συνάντησε τον Γουάλυ για να του δώσει όλα τα δώρα του βασιλιά. Αφού τα πήρε όλα, εξαφανίστηκε μέσα στην άγρια νύχτα.
Ο βασιλιάς, μόλις ξημέρωσε, κατέβηκε στο υπόγειο του παλατιού του για να ετοιμάσει τα δώρα, που θα προσέφερε στην πριγκίπισσα Ρόζη.
"Ω! τι συμφορά! Τα δώρα μου εξαφανίστηκαν!", είπε ο βασιλιάς.
Τον βασιλιά τον έπιασε απελπισία. Αμέσως σκέφτηκε τον σοφό βάτραχο, που ζούσε στην καρδιά του δάσους του Σκουποκαπελοχωριού. Αμέσως ξεκίνησε να τον συναντήσει.
Μόλις έφτασε στη σπηλιά του σοφού βατράχου, ο βασιλιάς του διηγήθηκε όλα όσα του είχαν συμβεί και ζήτησε τη βοήθειά του.
Ο σοφός βάτραχος του έδωσε ένα μαγικό τύμπανο και του είπε: "Χτύπησέ το μια φορά και στον ύπνο σου θα σου δείξει τον δρόμο για τη σπηλιά του φθονερού δράκου".
Κι έτσι έγινε...
Φτάνοντας στη σπηλιά, χτύπησε δυο φορές το μαγικό τύμπανο και με μιας δράκος και ξωτικό μαρμάρωσαν.
Ο βασιλιάς πήρε πίσω τα δώρα του ευτυχισμένος.
Την επόμενη μέρα ξεκίνησε για να ζητήσει το χέρι της αγαπημένης του πριγκίπισσας Ρόζη. Η πριγκίπισσα δέχτηκε να γίνει γυναίκα του και ο γάμος έγινε με μεγάλη μεγαλοπρέπεια.
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ευτυχισμένοι έκαναν το πρώτο τους ταξίδι με αερόστατο ψηλά στον ουρανό.
Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
