

Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν υπέροχο καταπράσινο κήπο υπήρχε μια όμορφη μηλιά με πολλά ανθισμένα λουλούδια να την αγκαλιάζουν.
Μια φθινοπωρινή ημέρα που η μηλιά ήταν κατάφορτη με πολλά κόκκινα μήλα, ένα πολύ ώριμο μήλο έπεσε κάτω στο έδαφος, καθώς φυσούσε ένας πολύ δυνατός άνεμος κι αυτό άνοιξε στα δύο! Τότε μέσα από το μήλο πετάχτηκε ένα πολύ μικρό σποράκι.
Δυστυχώς, ο πολύ δυνατός άνεμος παρέσυρε το σποράκι ψηλά και αυτό άρχισε να στροβιλίζεται στον αέρα.
Το καημένο το σποράκι φοβήθηκε πολύ ότι ήρθε το τέλος του.
-«Αχ τι θα απογίνω το δύστυχο!» είπε…
Ξαφνικά εκεί που στροβιλίζονταν στον αέρα, εμφανίστηκε ένα σπουργίτι και όρμησε για να το αρπάξει, αλλά για καλή του τύχη ένα νέο δυνατό φύσημα του αέρα το απομάκρυνε αρκετά από το σπουργίτι και αυτό το έχασε από τα μάτια του.

Όταν ο αέρας κόπασε για λίγο το σποράκι προσγειώθηκε στο έδαφος και έπεσε μέσα σε μια μικρή τρυπούλα. Ξαφνικά, μια αραχνούλα που το εντόπισε, άρχισε να το πλησιάζει με περιέργεια. Ταυτόχρονα, πάνω σε ένα ψηλό δέντρο εκεί κοντά, καθόταν ένα κοράκι που εντόπισε κι αυτό το σποράκι και αποφάσισε να το αρπάξει.
- «Πρόσεχε, μικρέ σπόρε!», είπε η αράχνη.
«Σε πλησιάζει ένα κοράκι!»

Το μικρό σποράκι τρομοκρατήθηκε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι... Το κοράκι άρχισε να το πλησιάζει πετώντας προς αυτό, αλλά όταν προσπάθησε να προσγειωθεί από το φτερούγισμά του, πετάχτηκε το σποράκι και αυτό κρύφτηκε κάτω από ένα φύλλο.
-«Ουφ! Πολύ φθηνά τη γλίτωσα!», σκέφτηκε.
Η μαμά του η μηλιά έβλεπε την περιπέτειά του και αγωνιούσε γι’ αυτό!
Κρυμμένο κάτω από το φύλλο και από τα αδιάκριτα βλέμματα, το σποράκι ένιωσε να το αγκαλιάζει το έδαφος. Με τη βοήθεια του ήλιου και της βροχής το μικρό σποράκι έβγαλε σιγά-σιγά ρίζες. Με τον καιρό άρχισε να μεγαλώνει όλο και περισσότερο μέχρι που ξεπήδησε μια μικρή μηλιά μέσα από το έδαφος. Μετά από λίγα χρόνια κατάφερε να γίνει μια νέα, όμορφη, μεγάλη μηλιά που καρποφόρησε για πρώτη φορά νόστιμα μήλα στο διπλανό λιβάδι, που η μαμά - μηλιά την καμάρωνε από μακριά!
Τέλος
Τέλος
