

Μια φορά κι έναν καιρό , ήτανε ένας λαγός που τον έλεγαν Σπίθα. Ο Σπίθας ζούσε στο δάσος και είχε μια πολύ καλή φίλη , τη Λουλουδένια που ήταν χελώνα.
Μια μέρα που περπατούσανε μαζί μέσα στο δάσος , βρήκανε το Μπάμπη το σκίουρο, σκαρφαλωμένο πάνω σε ένα δέντρο , να τρώει βελανίδια.
«Καλημέρα φίλοι μου» τους είπε. « Για πού το βάλατε;».
« Είδαμε τον ήλιο και είπαμε να πάμε στη λίμνη να βρούμε τη φίλη μας την πάπια τη Χρύσα και να κολυμπήσουμε όλοι μαζί για να δροσιστούμε και να γυμναστούμε» , του απάντησε η χελώνα.
«Βέβαια ξεκινήσαμε νωρίς για να έχουμε φτάσει μέχρι το μεσημέρι, γιατί ξέρεις δε περπατάω και πολύ γρήγορα. Καλά που ο φίλος μου ο Σπίθας έχει υπομονή και με ακολουθεί σιγά-σιγά» .
«Ε πως ! ‘Έτσι κάνουνε οι καλοί φίλοι» είπε ο Σπίθας ο λαγός. « Καλύτερα με καλή παρέα, και αργά παρά γρήγορα αλλά μόνος!»

« Θα έρθω κι εγώ μαζί σας . Με θέλετε στην παρέα σας;»
«Ουουουουουου!!!Βέβαια . Όσο πιο πολλοί τόσο πιο καλά» απάντησαν ο Σπίθας ο λαγός και η Λουλουδένια η χελώνα με μια φωνή.
Έτσι οι δύο της παρέας γίνανε τρεις και συνέχισαν τη βόλτα τους στο δάσος.
Όταν όμως έφτασαν στη λίμνη βρήκαν μόνο ένα βάτραχο που τους είπε ότι η Χρύσα η πάπια είχε φύγει πριν λίγο για να πάει στις κούνιες του δάσους.

Ξεκίνησαν λοιπόν όλοι μαζί να πάνε να τη βρούνε. Ξαφνικά ένα μεγάλο σύννεφο έκρυψε τον ήλιο και άρχισε να βρέχει.

Έτρεξαν να κρυφτούνε κάτω από ένα δέντρο, αλλά επειδή η Λουλουδένια η χελώνα δε μπορούσε να τρέξει γρήγορα, ο φίλος της ο Σπίθας ο λαγός την πήρε στην πλάτη του κι άρχισε να τρέχει.
Η Λουλουδένια η χελώνα, ήταν ενθουσιασμένη . Πρώτη φορά έτρεχε τόσο γρήγορα. Γελούσε συνέχεια.
«Σ' ευχαριστώ Σπίθα μου.»
«Παρακαλώ», της απάντησε.

Όταν σταμάτησε η βροχή, βγήκε ένα λαμπερό ουράνιο τόξο . Ο Σπίθας ο λαγός με τη Λουλουδένια τη χελώνα στην πλάτη και ο Μπάμπης ο σκίουρος συνέχισαν το δρόμο τους για να πάνε στις κούνιες.


Όταν έφτασαν εκεί, συνάντησαν τη Χρύσα την πάπια και ξεκίνησαν να πάνε πίσω στη λίμνη για να κολυμπήσουν.

Χαρούμενοι που επιτέλους βρέθηκαν όλοι μαζί , προχωρούσαν γελώντας και τραγουδώντας.

Ξαφνικά, βλέπουν έναν κύριο να στέκεται κάτω από τα μια βελανιδιά και να κοιτάει αριστερά και δεξιά.
«Τι πάθατε;» τον ρώτησε ο Μπάμπης ο σκίουρος.
«Χάθηκα και ψάχνω να βρω το δρόμο για να βγω από το δάσος να πάω σπίτι μου» τους απάντησε .
«Ελάτε κύριε. Θα σας δείξουμε εμείς το δρόμο. Πώς σας λένε ; Ρώτησε ο Σπίθας ο λαγός.
«Με λένε Περικλή» του απάντησε εκείνος.

Όλοι μαζί λοιπόν περπάτησαν μαζί του και τον βοήθησαν να βγει από το δάσος και να πάει στο σπίτι του.

« Σας ευχαριστώ πάρα πολύ» τους είπε όταν έφτασαν.
«Με βοηθήσατε να βρω το σπίτι μου αντί να πάτε στη λίμνη να κολυμπήσετε» . «Γι' αυτό κι εγώ θα σας κάνω μερικά δωράκια»
Στο Σπίθα το λαγό, έδωσε ένα καλάθι με καρότα, στη Λουλουδένια τη χελώνα , ένα πατίνι για να τρέχει γρήγορα, στη Χρύσα την πάπια ένα μπουρνούζι για να το φοράει όταν βγαίνει από τη λίμνη, στο Μπάμπη το σκίουρο ένα καλάθι βελανίδια και στο βάτραχο της λίμνης ένα κουτί γεμάτο φύλλα.

Χαρούμενοι για τα δώρα τους οι πέντε φίλοι έκαναν ένα πάρτι στη λίμνη, έφαγαν τούρτα και χόρεψαν πολύ.
Τι ωραία που είναι να βοηθάμε όποιον μας χρειάζεται !!!!!!!

