Στην μαθήτριά μου,
Χρυσή Κανέλλη!


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα χταπόδι πολύ ζωηρό. Καθώς έπαιζε με τους φίλους του, τις σουπιές και τα καλαμαράκια, έτρεξε μακριά, για να μην το βρουν.
Πάντα στο κρυφτό, τους ξεγελούσε.
Αυτή τη φορά όμως, έχασε τον δρόμο της επιστροφής.
Ήταν πολύ στενοχωρημένο, επειδή νύχτωνε και δεν μπορούσε να βρει τη φωλιά του.


Ξαφνικά, εκεί, που περιπλανιόταν στον μαγικό βυθό της θάλασσας, βλέπει μπροστά του, μία τεράστια καφέ μπότα.
Θυμήθηκε, ότι αυτή την μπότα, τη φορούσε η Άριελ, πριν το ναυάγιο, τον περασμένο χειμώνα.
Σκέφτηκε να μπει μέσα για να περάσει τη νύχτα του. Μέσα στην μπότα, το περίμενε μία έκπληξη.


Κάθε λογής εργαλεία, περίμεναν τον μάστορά τους.
Μετά από έναν ξεκούραστο ύπνο, σηκώθηκε χαρούμενο να φροντίσει την επισκευή της καινούριας του κατοικίας.

Οι νέοι του γείτονες, ο αχινός, ο αστερίας, το ψάρι, ο ιππόκαμπος, η γαρίδα, το σφουγγάρι, και η αχηβάδα, πολύ πρόθυμα, το βοήθησαν στα μαστορέματα.
Τις επόμενες ημέρες, η μπότα, είχε μετατραπεί σε ένα «πολυτελέστατο υδάτινο παλάτι» του χταποδιού και των νέων του φίλων.


Η χαρά του ήταν απερίγραπτη και γλεντούσαν κάθε βράδυ…
Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, αφού ο φίλος μας το χταπόδι, βρήκε καινούρια φωλιά και φίλους!!!...


Τέλος
