
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μικρό χωριό ζούσαν δύο καλοί φίλοι : ο Νερουλάς και ο Γαλατάς
Κάθε πρωί ο Νερουλάς φόρτωνε το κάρο του με καθαρό νερό από την πηγή και γυρνούσε στα σπίτια για να γεμίσει τις στάμνες των ανθρώπων.
"Φρέσκο νερό" φώναζε χαρούμενα.
Λίγο πιο πίσω ερχόταν ο γαλατάς με τα μπουκάλια του γεμάτα γάλα από τις αγελάδες του.
"Ζεστό γάλα" έλεγε με χαμόγελο.
Τα παιδιά του χωριού τους περίμεναν κάθε μέρα. Έτρεχαν κοντά τους, τους βοηθούσαν και άκουγαν ιστορίες από τα παλιά.
Όμως, με τα χρόνια ήρθαν στο χωριό βρύσες και σούπερ μάρκετ . Οι άνθρωποι δεν χρειαζόταν πια ούτε νερουλό ούτε γαλατά.
Οι δύο φίλοι στενοχωρήθηκαν αλλά δεν το έβαλαν κάτω. Έφτιαξαν ένα μουσείο στο χωριό, όπου έδειχναν στα παιδιά πως ήταν η ζωή παλιά.
Και έτσι κάθε φορά που ένα παιδί άκουγε την ιστορία τους, χαμογελούσε κι έλεγε: "Μπορεί τα επαγγέλματα να χάθηκαν , αλλά οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους δεν θα χαθούν ποτέ".
