
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα φωτεινό νηπιαγωγείο γεμάτο χρώματα και γέλια, ήταν ένα αγόρι που το έλεγαν Μαξ. Ο Μαξ ήταν ήσυχος και παρατηρούσε πάντα τα πάντα γύρω του.
Ο Μαξ είχε μόνο έναν αληθινό φίλο, τον Φώτη. Μαζί τραγουδούσαν, έφτιαχναν πύργους με τουβλάκια, ζωγράφιζαν πολύχρωμα ουράνια τόξα και έπαιζαν μπάλα στην αυλή.
Όμως κάποια παιδιά δεν φέρονταν όμορφα στον Μαξ. Τον κορόιδευαν και τον πείραζαν, κι εκείνος χαμήλωνε το κεφάλι και δεν μιλούσε σε κανέναν.
Ο φόβος καθόταν μέσα του σαν ένα μικρό, σκοτεινό συννεφάκι που δεν έφευγε. Δεν το είχε πει ούτε στη δασκάλα ούτε στους γονείς του.
Όμως μέσα στην καρδιά του Μαξ έμοιαζε με ένα μικρό σκοτεινό συννεφάκι. Πίστευε πως αν έμενε ήσυχος, όλα κάποια στιγμή θα περνούσαν.
Μια μέρα στο διάλειμμα, τα παιδιά άρχισαν να κοροϊδεύουν και να σπρώχνουν τον Φώτη. Ο φίλος του Μαξ παραλίγο να πέσει κάτω.
Ο Μαξ ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Θυμήθηκε όλες τις φορές που είχε φοβηθεί και κατάλαβε πως δεν ήθελε ο φίλος του να νιώθει το ίδιο.
Ένα από τα παιδιά τον κοίταξε ειρωνικά.«Και τι κάνουμε δηλαδή;» τον ρώτησε κοροϊδευτικά.
Ο Μαξ κράτησε κοντά του τον φίλο του και απάντησε θαρραλέα:
«Κανείς δεν πρέπει να κοροϊδεύει ή να χτυπά κάποιον άλλο.»
Η δασκάλα πλησίασε γρήγορα μόλις κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε.
«Τι γίνεται εδώ παιδιά;» ρώτησε ήρεμα.
Ο Μαξ μίλησε για πρώτη φορά.
«Κυρία, αυτά τα παιδιά ενοχλούν εμένα και τον Φώτη εδώ και πολύ καιρό», είπε με θάρρος.
Η δασκάλα χαμογέλασε γλυκά στον Μαξ.
«Θάρρος δεν σημαίνει να μη φοβάσαι. Σημαίνει να μιλάς ακόμα κι όταν φοβάσαι», του είπε.
Τα παιδιά κατάλαβαν το λάθος τους και ζήτησαν συγγνώμη. Από εκείνη τη μέρα όλοι έπαιζαν μαζί και έγιναν αγαπημένοι φίλοι.
