Αφιέρωμα στην προσφυγιά εμπνευσμένο από το εργαστήριο δεξιοτήτων "Καραβάνια χωρίς σύνορα"


Mια φορά και έναν καιρό ήταν ένας ασβός που τον έλεγαν Λούι. Το σπίτι του ήταν στο δάσος.

Ξαφνικά κάποιος έβαλε φωτιά κρυφά στα δέντρα και το δάσος άρχισε να καίγεται.

Τότε ο ασβός άρχισε να τρέχει για να μη χάσει τη ζωή του.

Βρέθηκε σε μια λίμνη που συνάντησε μια παρέα από βατραχάκια.

Όχι απάντησαν οι βάτραχοι,μυρίζεις άσχημα, έχεις πολύ σκούρο χρώμα και δεν ξέρεις να κολυμπάς!Έφυγε τρέχοντας ο καημένος ο Λούι.

Καθώς έτρεχε βρήκε στο δρόμο του ένα σπίτι.Χτύπησε την πόρτα και άνοιξε ένας νάνος.Τι κάνεις;Πώς σε λένε;Τι ψάχνεις; Ψάχνω για ένα σπίτι.Ο νάνος του είπε:Δύσκολα να σε δεχτώ,είμαστε πολλοί και μυρίζεις άσχημα.

Ο Λούι έφυγε λυπημένος..Καθώς προχωρούσε συνάντησε μια πονηρή αλεπού!
Τον ρώτησε:Τι κάνεις είσαι καλά;Σε βλέπω κάπως λυπημένο...έχασα το σπίτι μου και κανείς δε με θέλει...Μου λένε όλοι να φύγω!Εγώ θα σε δεχτώ..και της τρέχανε τα σάλια..Τότε ο ασβός το κατάλαβε και άρχισε να τρέχει μέχρι που χάθηκε από τα μάτια της...

Καθώς έτρεχε ο ασβός είδε μπροστά του ένα κάστρο...

O ασβός χτύπησε την πόρτα και άνοιξε ένας ιππότης...
Ζήτησε από τον ιππότη να μπει στο κάστρο και να μείνει για πάντα εκεί.Ο ιππότης του απάντησε:Μα φυσικά!Όλοι οι καλοί χωράνε!
