
Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια μέλισσα που πήγαινε από λουλούδι σε λουλούδι για να μαζέψει γύρη και νέκταρ.
Ένιωθε κουρασμένη γιατί έκανε δουλειά το καλοκαίρι.
Εκεί που πέταγε συνάντησε μία μύγα που καθόταν στα σκουπίδια και έτρωγε μία σάπια φράουλα.





Η μύγα είπε στη μέλισσα: "Γιατί κάνεις τόση δουλειά και δεν ξεκουράζεσαι και να χαλαρώσεις;"
Η μέλισσα απάντησε: "Εγώ θέλω να μαζέψω το νέκταρ για να κάνω μέλι να τρώω λίγο λίγο τον χειμώνα."
"Ξεκουράσου λίγο. Έχεις χρόνο μέχρι τον χειμώνα. Τι θα γίνει αν χάσεις λίγο;" της είπε η μύγα."


Γιατί κάνεις τόση δουλειά...;
Εγώ θέλω να μαζέψω το νέκταρ...
-"Εγώ θα δουλέψω για να έχω φαγητό. Εσύ τι θα κάνεις;" είπε η μέλισσα.
-«Εγώ δεν χρειάζομαι, γιατί θα φάω από τα σκουπίδια», απάντησε όλο εγωισμό η μύγα.
-"Άφησέ με πάω να συνεχίσω τη δουλειά μου" της είπε η μέλισσα λαχανιασμένη από την κούραση.


Όταν ήρθε ο χειμώνας η μύγα πήγε και ζήτησε μέλι από την μέλισσα. Η μέλισσα απολάμβανε τη ζεστή της κυψέλη και έτρωγε το νόστιμό της μέλι.
-"Σε παρακαλώ δώσε μου λίγο μέλι" είπε η μύγα.
-«Δε θα σου δώσω γιατί με κορόιδευες».
Έτσι η μύγα δεν μπορούσε να βρει φαγητό γιατί καλύφθηκαν όλα από χιόνι.
Και έτσι έζησε η μέλισσα καλά και η μύγα χειρότερα.



