Ένα μικρό μυθιστόρημα, ένα αληθινό παραμύθι για το υδραγωγείο της πόλης μας, γραμμένο από τους μαθητές της Ε2 τάξης του 8ου Δημοτικού Σχολείου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο
Η Ευανθία σήκωσε το μπράτσο της για να εμποδίσει τον εκτυφλωτικό ήλιο που τρύπωνε στα μάτια της και δεν την άφηνε να δει καθαρά το τοπίο που απλωνόταν μπροστά της , ως πέρα στον ορίζοντα.
Ήταν ένα γλυκό φθινοπωρινό απόγευμα, σχεδόν καλοκαιρινό κι ο ήλιος έδυε σιγά σιγά. Ένα απαλό δροσερό αεράκι φυσούσε και κουνούσε απαλά τα φύλλα των λιγοστών δέντρων στον απέραντο κάμπο.
Οκτώβρης 1922.Το νεαρό κορίτσι με ρούχα βρώμικα και κουρελιασμένα, με πόδια πληγωμένα και γυμνά περπατούσε αργά και κουρασμένα στο χωμάτινο μονοπάτι με σιωπηλή συντροφιά την οικογένεια τους συγγενείς
πρόσφυγες όλοι, που είχαν εγκαταλείψει την πατρίδα τους τη Σμύρνη λίγο καιρό πριν, αμέσως μετά την μικρασιατική καταστροφή.Θάλασσα δε φαινόταν πουθενά. Όμως ο πατέρας της Ευανθίας της το είχε δηλώσει
κατηγορηματικά. Το μαρτύριό τους τελείωνε. Όπου να ΄ναι έφταναν. Πού όμως; Ήξερε πως την περιοχή που θα ζούσαν από δω και μπρος την έλεγαν Εορδαία, αλλά εκείνη δεν τη φανταζόταν καθόλου έτσι.
Έκλεισε σφιχτά τα μάτια και εμπρός της παρουσιάστηκε ολοζώντανη η προκυμαία της Σμύρνης. Το φως του ήλιου παιχνίδιζε στα καταγάλανα νερά του λιμανιού και τις βαρκούλες κουνούσε λικνιστικά το καλοκαιρινό μελτεμάκι. Ο παραλιακός δρόμος έσφυζε από ζωή.
Καλοντυμένες κυρίες, σοβαροί και περιποιημένοι κύριοι, μεγάλες χαρούμενες παρέες και ζευγάρια γέμιζαν τα καφέ, τα ταβερνάκια, τα κέντρα διασκέδασης του κοσμοπολίτικου λιμανιού.

Μόλις όμως η Ευανθία άνοιξε τα μάτια της, αντίκρισε τους ταλαιπωρημένους και πονεμένους συμπατριώτες της να περπατούν απελπισμένοι και βουβοί στον βαλτώδη λασπότοπο.
Σήμερα, πολλά χρόνια μετά, η γιαγιά πια Ευανθία διηγείται στα εγγόνια της την ιστορία των παιδικών της χρόνων. Τα παιδιά όλο ενθουσιασμό και περιέργεια ρωτούν για τη ζωή της.
- Γιαγιά τι έγινε μετά; Πες μας!

Το ταξίδι μας από την πατρίδα μέχρι εδώ ήταν σωστή Οδύσσεια. Αλλά και ο πρώτος καιρός που μείναμε σε σκηνές ήταν πολύ δύσκολος. Τις νύχτες κρυώναμε πολύ, γιατί οι κουβέρτες ήταν λιγοστές και την ημέρα η πείνα δεν μας άφηνε λεπτό.
Αργότερα το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων μας έδωσε χρήματα και χτίσαμε εδώ ένα μικρό φτωχικό σπιτάκι. Μη νομίζετε όμως ότι τα προβλήματα μας λύθηκαν έτσι απλά.
-
Γιατί γιαγιά; Τι άλλα προβλήματα αντιμετωπίσατε;
Ο προπάππους σας, ο πατέρας μου δηλαδή, στη Σμύρνη ήταν έμπορος υφασμάτων και μάλιστα πολύ πλούσιος και πετυχημένος.
-
Εδώ όμως που ήρθαμε μας έδωσαν ένα χωραφάκι κι ασχοληθήκαμε με τη γεωργία. Βάζαμε καπνά, δύσκολη καλλιέργεια και κοπιαστική, αλλά με ιδρώτα και δουλειά τα καταφέραμε.
-
Όταν γιαγιά, δε βοηθούσες τους γονείς σου, πώς περνούσες; Τι έκανες;
Έβγαινα στη γειτονιά κι έπαιζα με τον αδελφό και τους φίλους του τσιλίκι κι άλλα αγορίστικα παιχνίδια.
Αυτό όμως που πραγματικά μου έλειπε ήταν μια φίλη. Τα ντόπια κορίτσια δε μας φώναζαν ποτέ εμάς τους Μικρασιάτες γιατί μας θεωρούσαν ξένους . Δεν ήταν λίγες οι φορές που με κορόιδεψαν ψηλομύτα.
αντίκρισα το κλειστό σπίτι που βρισκόταν ακριβώς απέναντι, ανοιχτό.

Μια οικογένεια είχε έρθει να εγκατασταθεί εδώ που άλλοτε ζούσαν Τούρκοι. Στην αυλή του σπιτιού ένα κορίτσι έπαιζε μονάχο του. Ήταν μελαχρινή με μεγάλα εκφραστικά μελιά μάτια και δυο σφιχτά δεμένες πλεξούδες πλαισίωναν το όμορφο πρόσωπό της.
Την έλεγαν Συμέλα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο
Η Συμέλα περπάτησε στα δωμάτια του καινούριου της σπιτιού. Ήταν πέτρινο και είχε δύο δωμάτια, όπως και το σπίτι της στον Πόντο. Τα ξύλινα έπιπλα ήταν απλά και λιγοστά και στα πατώματα ήταν στρωμένα υφαντά χαλιά
στρωμένα υφαντά χαλιά και βελέντζες. Οι Τούρκοι που κατοικούσαν προηγουμένως σ΄ αυτό τα άφησαν όπως ήταν όταν το εγκατέλειψαν με την ανταλλαγή πληθυσμών.
Αυτό ωστόσο, που της άρεσε περισσότερο στο καινούριο της σπίτι ήταν τα λογής λογής λουλούδια και η φουντωτή ανθισμένη μηλιά του μικρού κήπου!
Η αυλή ήταν μικρή και περιφραγμένη από έναν ξύλινο μισοκαταστραμμένο φράχτη. Αυτό όμως δεν είχε καμιά σημασία γιατί ο πατέρας της
ήταν νοικοκύρης άνθρωπος, δουλευταράς και θα τα διόρθωνε όλα.
Σιγά σιγά. Και στα χωράφια που τους παραχώρησε το κράτος θα καλλιεργούσε ότι και στην πατρίδα. Άλλωστε ό τόπος αυτός έμοιαζε με τον δικό της. Ναι, σίγουρα θα τα κατάφερναν.
Η Συμέλα, όπως και η Ευανθία είχε εγκαταλείψει το χωριό της στον Πόντο όπου οι πρόγονοί της ζούσαν για αιώνες. Είχε αφήσει κι εκείνη πίσω της τη ζωή της ολόκληρη. Το σπίτι, τους παππούδες, τη γειτονιά, τους φίλους της.
Πού να βρίσκονταν εκείνοι άραγε; Είχαν επιβιώσει; Αν ναι ποια ήταν η νέα τους πατρίδα; Μάλλον δεν θα μάθαινε ποτέ.
Καθώς το βλέμμα της ταξίδευε στο χώρο που θα ήταν από δω και μπρος το καινούριο της σπίτι η ματιά της έπεσε στο γειτονικό προσφυγικό σπιτάκι.
Ένα κορίτσι έστεκε μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και την κοίταζε όλο περιέργεια. Η Συμέλα δεν μπορούσε να φανταστεί τη στιγμή εκείνη τον σημαντικό ρόλο που θα έπαιζε στη ζωή της εκείνο το γλυκό χαμογελαστό κορίτσι.
Το επόμενο πρωί καθώς η Ευανθία είχε μείνει μόνη και σκούπιζε την αυλίτσα του σπιτιού της άκουσε πίσω της μια διστακτική φωνή:
-
Ντο εφτάς; Πώς λέγνε σε;
Η Ευανθία εν κατάλαβε τι είπε ακριβώς το κορίτσι αλλά
βιάστηκε να την καλωσορίσει και να της συστηθεί. Φοβόταν μήπως η κοπέλα απογοητευόταν και χανόταν έτσι η ευκαιρία να γίνουν οι δυο τους φίλες. Από την πρώτη κιόλας μέρα τα κορίτσια δέθηκαν πραγματικά. Καθώς οι γονείς τους έλειπαν
όλη μέρα στα χωράφια οι δυο τους βρήκαν την ευκαιρία να ανοιχτούν η μια στην άλλη.

Μίλησαν για τις πατρίδες τους, τις οικογένειές τους και για τις σκοτεινές εκείνες μέρες ου εγκατέλειψαν βιαστικά και όπως όπως τη ζωή τους για να βρεθούν σ΄ αυτόν τον άγνωστο τόπο και να ξαναρχίσουν από το μηδέν.
Από τις επόμενες ημέρες τα κορίτσια δεν χώριζαν πια καθόλου. Έπαιζαν όσα παιχνίδια ήξεραν και οι δύο, αλλά και η μια μάθαινε στην άλλη τα δικά της, εκείνα που έκρυβε σαν φυλαχτό στην ψυχή της και που έπαιζε κάποτε με κάποιες άλλες φίλες της στην πρώτη της πατρίδα.
Το αγαπημένο παιχνίδι των δύο κοριτσιών ήταν να τραγουδούν η μία μετά την άλλη ένα τραγούδι της πατρίδας τους.
Το γιασεμί στην πόρτα σου, γιασεμί μου
Κι ήρτα να το κλαδέψω αχ γιαβρί μου
Τα ΄ενόμιζε η μάνα σου, γιασεμί μου
- Τ ην πατρίδα μου έχασα κι έκλαψα και πόνεσα,
Λύουμαι κι αρόθυμο, όι όι
ν’ ανασπάλω κι επορώ, απαντούσε η Συμέλα κι όποιο κορίτσι κουραζόταν και σταματούσε να τραγουδά πρώτο έχανε. και οι δυο τους έσκαγαν στα γέλια.
Μαζί έκαναν ατέλειωτες βόλτες στους αγρούς αλλά και στο ποτάμι.

Εκεί μοιράζονταν όχι μόνο τις αναμνήσεις αλλά και τα σχέδια, τα όνειρα τους για τη ζωή που τις περίμενε, όσο δύσκολη κι αν φάνταζε προς το παρόν αυτή.
-
Μαμά, το κορίτσι που μένει εδώ απέναντί μας με κάλεσε να φάμε το μεσημέρι μαζί. Να πάω; Έχουν ένα φαγητό που το λένε βερενίκα! Ρώτησε η Ευανθία τη μητέρα της ένα πρωινό λίγο πριν εκείνη φύγει με τον πατέρα στο χωράφι.
-
Μη τυχόν, αγρίεψε εκείνη. Τι δουλειά έχεις εσύ στο ξένο σπίτι; Αν το ακούσει ο πατέρας σου, αλίμονό σου. Κι ύστερα αυτοί είναι Πόντιοι, τι σχέση μπορεί να έχουν με μας;
Η σκηνή αυτή επαναλήφθηκε πολλές φορές και στα δύο σπίτια. Η καταγωγή τους έμπαινε εμπόδιο στη γνωριμία, τη φιλία, τη συνεργασία των οικογενειών,
όπως και όλων των κατοίκων της περιοχής που μπορεί βέβαια να έμοιαζαν διαφορετικοί, αλλά στην πραγματικότητα ήταν τόσο ίδιοι.
Μόνο που δεν το ήξεραν και αναλώνονταν σε μια δίχως νόημα σύγκριση. Άλλοι χοροί, άλλα φαγητά, άλλο λεξιλόγιο, άλλες συνήθειες. Και η απόσταση μεταξύ τους όλο και μεγάλωνε.
Μέχρι που ξημέρωσε ένα πρωί του φθινοπώρου του 1930 που κανείς από τη μικρή πόλη των Κα΄ι΄λαρίων δεν θα ξεχνούσε για τα επόμενα χρόνια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο
Τα κορίτσια παρά την ψυχρότητα ανάμεσα στους γονείς τους ήταν αχώριστα. Είχαν συμφωνήσει λοιπόν να πάνε μαζί πρωί πρωί στο ποτάμι να βάλουν μπουγάδα όπως
συνήθιζαν τα χρόνια εκείνα που το νερό δεν έφτανε στα σπίτια παρά μόνο με στάμνες και κουβάδες.
Το πρωινό εκείνο ήταν χαρά Θεού. Οι βροχές των προηγούμενων ημερών είχαν ξεπλύνει τα δέντρα κι ένας ολόλαμπρος ήλιος
έλουζε ολόκληρη την πλάση. Το νερό στο ποτάμι έμοιαζε κρυστάλλινο και τίποτα δε μαρτυρούσε τα όσα θα συνέβαιναν τις επόμενες ώρες.
Εκείνο το πρωί μια παρέα αγοριών από την κεντρική συνοικία της μικρής πόλης είχε πάει να ψαρέψει στο ποτάμι.
Τα κορίτσια δεν τους έδωσαν σημασία και πιάστηκαν να κάνουν τη δουλειά τους. Να σαπουνίζουν, να πλένουν και να απλώνουν τις κουβέρτες στα βράχια της όχθης του ποταμού. Τα αγόρια ωστόσο που κι άλλες φορές είχαν κοροϊδέψει και ειρωνευτεί τις προσφυγοπούλες,
χωρίς να το σκεφτούν δεύτερη φορά, άρπαξαν ένα ξύλο και αθόρυβα έσπρωξαν τη μάλλινη κουβέρτα που η Συμέλα μόλις είχε απλώσει για να στεγνώσει στα κλαδιά ενός θάμνου. Τα κορίτσια που αφηρημένα συζητούσαν καθισμένα κάτω από τον παχύ ίσκιο ενός δέντρου,
είδαν την πολύχρωμη, υφαντή κουβέρτα να ταξιδεύει στο νερό.
Ο καιρός είχε πάρει να αλλάζει. Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει και το νερό στο ποτάμι φαινόταν να φουσκώνει επικίνδυνα.
Δυο νεαρές προσφυγοπούλες από τη Σμύρνη και τον Πόντο χτίζουν εδώ, στη γη της Εορδαίας, μια αληθινή και στέρεη φιλία λίγο μετά το 1922, και αποδεικνύουν σε όλους μας ότι η αγάπη, η φιλία, η συνεργασία και ο σεβασμός στο διαφορετικό είναι ο ένας και μοναδικός δρόμος που οδηγεί τους ανθρώπους στην πρόοδο και τον πολιτισμό.

