Οι μαθητές της Β1΄ τάξης του 1ου Δημοτικού Σχολείο Σουφλίου έγραψαν το παραμύθι αυτό ως άσκηση του βιβλίου της Γλώσσας.
2016-2017

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια καλή γριούλα που έλεγε καλά λόγια σε όλους και μια γριούλα κακή που έλεγε άσχημες κουβέντες σε όλους.
Η κακιά γριούλα έμαθε ότι η καλή (γριούλα) συνάντησε τους δώδεκα μήνες και της έδωσαν ένα τσουβάλι φλουριά. Έτσι αποφάσισε να πάει να τους βρει κι εκείνη. Τους συνάντησε στο βουνό και οι δώδεκα μήνες τη ρώτησαν ποιος είναι ο καλύτερος.

«Κανείς δεν είναι καλός», αποκρίθηκε εκείνη.
«Ο Ιανουάριος έχει πολλά χιόνια και κρυώνω. Αυτός ο μήνας είναι μόνο για τους χιονάνθρωπους. Σαν κατάψυξη είναι έξω. »










«Ο Φεβρουάριος έχει πολλά μασκέ πάρτι και με τρελαίνουν. Τα καρναβάλια δε μου αρέσουν, αφού με τρομάζουν και είναι μ΄όνο για τρελούς ανθρώπους. Ποιος μπορεί να διασκεδάσει με τέτοιες τρέλες.»






«Ο Μάρτης με τα λουλούδια του με φέρνει αλλεργία. Τρέχει η μύτη μου και φταρνίζομαι συνεχώς. Οι πεταλούδες του πόσο ενοχλητικές είναι. Θέλω να περάσει γρήγορα αυτός ο μήνας.»






«Τον Απρίλη είναι το Πάσχα. Μου σπάνε συνεχώς τα αυγά μαζί με τα νεύρα και μου έρχεται η τσίκνα από τις σούβλες στη γειτονιά. Μου φέρνουν βέβαια φαγητό οι γείτονες, αλλά δεν το θέλω, αφού δεν τους το ζήτησα.»





«Το Μάη ανθίζουν οι παπαρούνες, μαζεύονται οι μέλισσες, με τσιμπάνε και γεμίζω σπυριά κόκκινα. Για να φάει μέλι ο κόσμος πρέπει να υποφέρω εγώ;»


















«Τον Ιούνιο και Ιούλιο πάω στη θάλασσα όπως όλος ο κόσμος, αλλά ανατριχιάζω με την άμμο, κολύμπι δεν ξέρω, χρειάζομαι σωσίβιο και μπρατσάκια και με πιτσιλάνε τα παλιόπαιδα που κάνουν βουτιές. Ο ήλιος καίει και κοκκινίζει το δέρμα μου.»


«Τον Αύγουστο όλοι θερίζουν και δε με αφήνουν να κοιμηθώ τα μεσημέρια. Από δω τα τρακτέρ, από κει η κομπίνες, πολλή φασαρία.
Και η ζέστη εξακολουθεί. Άντε να τελειώνει το καλοκαίρι.»

«Το Σεπτέμβριο ευτυχώς τα παιδιά πάνε σχολείο και ησυχάζει η γειτονιά, αλλά και αυτό το κουδούνι χτυπάει ασταμάτητα. Άσε που τα παιδιά όταν βγαίνουν διάλειμμα τσιρίζουν ασταμάτητα.»


«Τον Οκτώβριο πέφτουν τα φύλλα και βαριέμαι να σκουπίζω την αυλή μου που γέμισε. Άσε και τα κάστανα πέφτουν στο κεφάλι μου όταν μαζεύω ξύλα στο δάσος. Και δεν τα τρώω αφού βαριέμαι να τα ψήσω και να τα καθαρίσω.»














«Τον Νοέμβριο πιάνουν οι καταιγίδες και φοβάμαι, δεν μπορώ να βγω έξω και γεμίζει λάσπες ο τόπος. Ποιος θέλει να κάθεται όλη τη μέρα σπ΄ίτι γιατί ο καιρός δεν τον αφήνει να περπατήσει.»












«Το Δεκέμβριο ο Αι-Βασίλης φέρνει δώρα σε όλους εκτός από εμένα και απορώ: Γιατί με ξεχνάει;»





Οι μήνες στεναχωρήθηκαν και θύμωσαν. Καθώς έφευγαν της έδωσαν ένα τσουβάλι. Όταν το άνοιξε είδε μέσα κατσαρίδες, σκορπιούς και έτρεξε να σωθεί.

