Αφιερωμένο στη μονάκριβη κόρη μου
Δέσποινα

Πρέπει να ονειροπολούμε
όταν αυτό που αγαπάμε και θέλουμε
βρίσκετε μακριά μας!
Πολύ παλιά στα παλιά και ψηλά βουνά ενός χωριού που το έλεγαν Γρεβενό,
τα καλοκαίρια οι βοσκοί με τις φλογερές και τα κοπάδια τους κοιμούνταν εκεί κάτω από τα δέντρα..
Μια νύχτα που γινόταν μέρα, λίγο πριν ο ήλιος ανατείλει ένας νεαρός βοσκός ξύπνησε από γυναικεία δροσερά γέλια και αλλόκοτα τραγο΄ύδια..ακολουθώντας τα τραγούδια έφτασε στις κοπέλες και κρυμένος πίσω από ένα δέντρο τις κοίταγε και είδε πως ήταν νεράιδες..
τραγουδούσαν και χόρευαν σε κύκλους φορούσαν μακριά ασημόχρυσα και καταπράσινα ρούχα είχαν μακριά μαλλιά μέχρι τους αστραγάλους και στο κεφάλι τους φορούσαν μαντήλες φτιαγμένες από φύλλα αλλά γερές..ήταν πανέμορφες..ο βοσκός θαμπώθηκε μόλις τις είδε αλλά ξεχώρισε μια από όλες και ένιωσε πως ερωτέυτηκε..
Νεραιδοπαρμένος πήγε γρήγορα στο σπίτι του στο χωριό και είπε στη μάνα του..
-Είδα νεράιδες να χορέυουν ξέφρενα στο βουνό και εγώ αγαπώ μια..πως μπορώ να την κάνω δική μου??
Και η μάνα του απάντησε¨.
-Εκει που θα χορε΄ύει πήγαινε και τράβα τη μαντήλα της και μην της τη δίνεις όσο και να στη ζητάει..χωρίς τη μαντήλα της δεν θα μπορεί να φύγει και θα μείνει για πάντα κοντά σου..
Ο βοσκός έκανε ότι του είπε η μητέρα του,της πήρε τη μαντήλα και αυτή τον ακολούθησε παρακαλώντας τον να της την δώσει πίσω..Αλλά ο βοσκός δεν το έκανε,την πήγε σπίτι του και η νεράιδα αναγκάστηκε να τον παντρευτεί αφού δεν μπορούσε αλλιώς να φύγει..οι μέρες περνούσαν με την όμορφη νεράιδα να ζητά κάθε μέρα το μαντήλι της..μετά από λίγο καιρό του γέννησε ένα παιδί χαμογελαστό σαν τον ήλιο και χλωμό σαν το φεγγάρι..όσο το παιδί ήταν ακόμα στους πρώτους του μήνες η νεράιδα είπε στον βοσκό…
-Τωρα άντρα μου δώσε μου τη μαντήλα μου γιατί έχω το παιδί και να φύγω δεν μπορώ..
Και αφού ο βοσκός την έβαλε να υποσχεθεί τρεις φορές πως δεν θα φύγει απο κοντά του της το έδωσε πίσω..τότε εκείνη το φόρεσε και ξαφνικά εξαφανίστηκε..
Αλλά κάθε βράδυ η ξωτικιά πήγαινε στο σπιτι στο χωριό έμπαινε κρυφά από το παράθυρο,άλλαζε θύλαζε και νανο΄ύριζε το μωρό της..
άφηνε τα άπλυτα δίπλα στην κούνια και έφευγε ξανά..αυτό γινόταν για πολλές νύχτες ώσπου μια μέρα λέει ο βοσκός στη μάνα του..
Μάνα,το μωρό το βρίσκω καθαρό, αλλαγμένο, χορτασμένο και ήσυχο και τα άπλυτα τα ρούχα κάτω..τα βράδια μάλλον έρχεται η καλή μου και τ’ άλλαζει..
-Κρύψου στο παραθύρι και όταν μπει πάρε τη μαντήλα της ξανά και αυτή τη φορά ρίξτη στη φωτιά..
Έτσι κι έκανε..το βράδυ καθώς έμπαινε για να περιποιηθεί τον καρπό της ο βοσκός πήρε τη μαντήλα της και μπροστά στα μάτια της αγαπημένης του την έκαψε..
-Τώρα θα μείνεις για πάντα μαζί μου..
Η νεράιδα θρηνούσε για μέρες και έκλαιγε με κραυγές μεγάλες μακριά από το δάσος,τις αδερφές της και τα ζώα..
Απελπισμένη πήγε στο κεντρικό σημείο του χωριού τραγούδησε ένα από τα αρχαία τραγούδια των ξωτικών και ήσυχα μετά ξεψύχησε..εκεί φύτρωσε ένα πλατάνι που αν ποτέ επισκεφτείτε το χωριό θα το δείτε στην τωρινή πλατεία..
Απο τότε το χωριό Γρεβενό ονομάστηκε Νερ΄΄αιδα…
Μην ξεχνάς: κανείς άλλος δεν βλέπει τον κόσμο με τον τρόπο που τον βλέπεις εσύ, οπότε κανείς δεν μπορεί να σου πει τις ιστορίες που εσύ πρέπει να πεις.
