





ε
ι
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δύο συμμαθητές, το ε και το ι. Το ε ήταν ένα πολύ καλό κορίτσι, ευγενικό και καλόκαρδο. Ήταν πολύ κοινωνικό και ήθελε να κάνει πολλούς φίλους αλλά δεν ήταν και τόσο καλή στα μαθήματα. Το ι ήταν πολύ καλό στα μαθήματα αλλά δεν ήταν καθόλου ευχάριστο. Δεν είχε κανέναν φίλο...


ε
ι
Μια μέρα η δασκάλα τα έβαλε να καθίσουν μαζί. Αμέσως το ι γύρισε την πλάτη του στο ε χωρίς να του μιλήσει καθόλου.
Το ε όμως που ήταν τόσο καλοσυνάτο ήθελε να γίνουν φίλοι. Άρχισε να του μιλάει, να του τραγουδάει, να το κοιτάζει και να του γελάει αλλά δεν κατάφερνε τίποτα. Το ι δεν γυρνούσε να του ρίξει ούτε μια ματιά.

ε
Το ε άρχισε να στεναχωριέται πολύ. Αναρωτιόταν γιατί το ι δεν του έδινε σημασία.


ε
ι
Κάθε μέρα έβλεπε το ι να κάθεται μόνο του τα διαλείμματα, χωρίς φίλους και το λυπόταν. Κανένας δεν ήταν δίπλα του να του μιλάει ή να το παίζει.


Ε, λοιπόν, όχι. Δεν θα το βάλω κάτω. Θα προσπαθήσω κι άλλο να γίνουμε φίλοι.


ε
ι
Πλησίασε, λοιπόν, το ι που καθόταν κάτω από ένα δέντρο κι άρχισε να το πειράζει. Άρχισε να του γελάει, να το γαργαλάει, να χοροπηδάει, να χορεύει κι ό,τι άλλο μπορούσε να σκεφτεί να κάνει. Τίποτα το ι. Καθόταν εκεί σαν να μην έβλεπε κανέναν.

ι

ε
Τότε το ε σκέφτηκε να σκαρφαλώσει πάνω στο δέντρο και να κρεμαστεί ανάποδα μπροστά του. Ε, δεν μπορεί! Τότε θα το πρόσεχε και θα έσκαγε στα γέλια. Άρχισε λοιπόν, να σκαρφαλώνει.


ι
ε
Ξαφνικά, ένα μικρό κλαδάκι που πατούσε για να στηριχτεί έσπασε και το ε έπεσε από το δέντρο.


ι
ε
Άου, μανούλα μου!!!
φώναξε το ε. Αμέσως το ι έτρεξε κοντά του.

ι
Χτύπησες;
Το ρώτησε γεμάτο ανησυχία. Το ε έριξε ένα πλατύ χαμόγελο και το αγκάλιασε.

ε
Ώστε με νοιάζεσαι, ε;
Το ι θύμωσε πολύ.


ι
ε
Ψέματα το έκανες;
Ναι ψέματα, για να σε κάνω να σηκωθείς. Τόσο καιρό προσπαθώ να γίνω φίλη σου κι εσύ με αγνοείς.
Φίλη; Εγώ νόμιζα ότι με κοροϊδεύεις.


ε
Και γιατί να σε κοροϊδεύω;
ι
Να, γιατί όλα τα παιδιά με κοροϊδεύουν. Με βλέπουν να κάθομαι μόνος μου συνέχεια και να μην παίζω με κανέναν, να μην ανήκω σε καμία ομάδα και δεν σκέφτονται ότι απλά δεν έχω κανένα φίλο για να παίξω και να μιλήσω...


ε
Εγώ πάντως θέλω να γίνω φίλη σου. Θα κάνουμε μαζί μία ομάδα. Τι λες;
ι
Και βέβαια, το θέλω πάρα πολύ. Θέλεις να δώσουμε κι ένα όνομα στην ομάδα μας;
Γιατί όχι! Πώς θέλεις να τη λέμε;


ι
Τι θα έλεγες να της δίναμε το όνομά μου; Να τη φωνάζαμε ι;
Το ε σκέφτηκε για λίγη ώρα και είπε να μην του χαλάσει το χατίρι, μιας και ήταν η πρώτη φίλη του.
Εντάξει, θα τη λέμε ι αλλά με τον όρο να είμαι πάντα εγώ πρώτη.
ε


Δε μου φτάνει. Θέλω και κάτι άλλο για να ξεχωρίζω.
Μα, αν έρχεσαι πρώτη, έτσι μεγαλύτερη που είσαι από μένα εγώ πώς θα φαίνομαι;
Θα είμαι πρώτη αλλά θα κοιτάω πάντα εσένα.


Σαν τι δηλαδή;
Τι θα έλεγες να έπαιρνα εγώ τον τόνο;



Μα, και θα πάρει από σένα η ομάδα μας το όνομά της και θα πάρεις και τον τόνο;
Αν με αφήσεις να πάρω τον τόνο θα σε βοηθήσω στα μαθήματα κι έτσι θα γίνεις κι εσύ καλή μαθήτρια.

Είμαστε σύμφωνοι λοιπόν!


ε
Από τότε το ε και το ι έγιναν αχώριστοι. Πήγαιναν σε όλα τα αγαπημένα τους μέρη μαζί. Ξέρετε ποια ήταν τα αγαπημένα τους μέρη; Αυτά που είχαν πόρτα και μπαινόβγαινε κόσμος...
ι

Στο λεωφορείο,

στο σχολείο,


στο ζαχαροπλαστείο,





στο δημαρχείο, στο ξενοδοχείο...
στο κρεοπωλείο,
στο ανθοπωλείο,


ε
ι
Ό,τι κάνει ο ένας κάνει και ο άλλος. Διαβάζει το ε διαβάζει και το ι, γράφει το ε γράφει και το ι, παίζει το ε παίζει και το ι. Έτσι το ε έγινε μία από τις καλύτερες μαθήτριες και το ι απέκτησε μία καλή φίλη.
Κάθε μέρα συναντιούνται και παίζουν το αγαπημένο τους παιχνίδι. Και ξέρετε ποιο είναι αυτό; "Μάντεψε τι κάνει". Το έπαιζαν τόσες πολλές φορές που και τα άλλα γράμματα κόλλησαν κι όταν ήθελαν να γράψουν ότι κάποιος κάνει κάτι έφερναν στο μυαλό τους το ει και το έγραφαν. Να κοίτα...
Τι κάνει;
διαβάζει τρώει πίνει χτενίζει σκουπίζει απλώνει στέκει χωρίζει
Για αυτό κι εσείς...
'Οταν το έψιλον γιώτα δείτε
τότε πρέπει να σκεφτείτε
πως διαβάζεται μόνο ι
σαν να έχει μια φωνή.
Κι όταν σε ένα κτίριο μπείτε
το έψιλον γιώτα θα δείτε.
Κι αν δεν ξέρετε πότε να το βάλετε
Τι κάνει; να σκεφτείτε
και δεν θα αμφιβάλλετε.
