Δεν χορταίνουμε τα παραμύθια...



α
ι
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια κοπέλα που την έλεγαν α κι ένα αγόρι που το έλεγαν ι. Οι δυο τους ήταν πολύ αγαπημένοι και μονιασμένοι. Περπατούσαν στο δρόμο αγκαλιασμένοι κι ευτυχισμένοι. Μια μέρα το ι πήρε την μεγάλη απόφαση και είπε στο α:

ι
Καλή μου, σε αγαπώ τόσο πολύ που δεν μπορώ να σε αποχωριστώ. Εμείς οι δύο ταιριάζουμε τόσο! Είμαστε χαρούμενοι μαζί, περνάμε υπέροχα και δεν μαλώνουμε ποτέ. Τι θα έλεγες να παντρευόμασταν;
Το α δεν πίστευε στ' αυτιά του. Ταίριαζε τόσο πολύ με το ι που δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Αμέσως άρχισαν οι προετοιμασίες του γάμου. Το ι δεν ήθελε να χαλάσει κανένα χατίρι στο α και το άφηνε να κάνει ό,τι ήθελε η καρδιά της. Διάλεξε τα λουλούδια που ήθελε, τις μπομπονιέρες που ήθελε ακόμα και το κουστούμι που θα φορούσε ο γαμπρός στην εκκλησία. Και το ι τα δεχόταν όλα χωρίς αντίρρηση.

Όλα ήταν έτοιμα για τον γάμο. Όλες οι προετοιμασίες είχαν γίνει χωρίς να τσακωθούν για το παραμικρό. Ώσπου έφτασε η μέρα του γάμου. Όλα πήγαιναν όπως τα είχαν σχεδιάσει και οι καλεσμένοι έμειναν πολύ ευχαριστημένοι. Το α έλαμπε μέσα στο νυφικό του και το ι καμάρωνε που πήρε μια τόσο καλή γυναίκα. Αυτό τουλάχιστον νόμιζε μέχρι που ο παπάς τους ρώτησε τι όνομα να γράψει στα πιστοποιητικά. Εκεί έγινε ένας καβγάς τρικούβερτος.


α
ι








Τι εννοείτε πάτερ; Φυσικά και θα μας λένε ο κύριος και η κυρία ι. Ο άντρας δίνει το όνομα στην οικογένεια!
Μα τι λες καλέ μου; Αρνούμαι να με λένε κυρία ι. Άκου κυρία ι... Να περπατάω στο δρόμο και να μου φωνάζουν όλοι ι; Γιατί να μη δώσουμε το δικό μου όνομα; Έτσι, για αλλαγή. Ακούγεται και πιο αριστοκρατικό. Ααααα!!!
ι
α



ι
Τι είναι αυτά που λες γυναίκα; Πού ξανακούστηκε τέτοιο πράγμα; Να πηγαίνω δηλαδή στο καφενείο και να μου λένε Α! ήρθε το α; Αστεία πράματα...
Άρχισαν λοιπόν να μαλώνουν για το όνομά τους και κανένας δεν συμφωνούσε με τον άλλο. Ο παπάς στο τέλος εκνευρίστηκε. Νόμιζε ότι δεν θα τελείωναν ποτέ αν δεν σκεφτόταν εκείνος τη λύση.
Παιδιά μου μη μαλώνετε. Μόλις παντρευτήκατε κι αρχίσατε τους τσακωμούς; Θα σας πω εγώ τι θα γίνει. Να μη σας λένε ούτε α ούτε ι. Να βρείτε ένα άλλο όνομα. Ξεχωριστό. Ας πούμε ε.


Οι νιόπαντροι άρχισαν να το σκέφτονται για λίγο. Στο τέλος αποφάσισαν ότι δεν ήταν καθόλου κακή ιδέα.
Εγώ λέω να συμφωνήσουμε γυναίκα μου. Είναι κρίμα να μαλώνουμε, ακόμα δεν παντρευτήκαμε!
Δίκιο έχεις άντρα μου. Ας μην ξεκινήσουμε στραβά. Δέχομαι κι εγώ.
α
ι
Έτσι το α και το ι αποφάσισαν να τους λένε ο κύριος και η κυρία ε. Οι μέρες περνούσαν αλλά όχι και τόσο ευχάριστα. Όπου πήγαιναν το α πήγαινε πάντα μπροστά και το ι, που ήταν πιο αδύνατο, ακολουθούσε και δεν φαινόταν καλά- καλά. Όλοι χαιρετούσαν μόνο την κυρία ε γιατί τον κύριο ε δεν τον έβλεπαν. Αυτό άρχισε να εκνευρίζει το ι ώσπου μια μέρα δεν άντεξε.

ι
Άκου να σου πω γυναίκα, από δω και στο εξής εγώ θα πηγαίνω μπροστά κι εσύ θα ακολουθείς. Όλο με κρύβεις και δε φαίνομαι.

α
Εγώ σε κρύβω άντρα μου; Φάε λίγο να παχύνεις!
Άρχισαν λοιπόν να καβγαδίζουν και πάλι. Άκρη δεν έβγαζαν ώσπου το α είπε να υποχωρήσει.
Την επόμενη μέρα όμως που πήγαν περίπατο, κάτι παράξενο συνέβη. Ενώ όλες τις άλλες μέρες οι γείτονες τους ακριβοχαιρετούσαν, σήμερα δεν τους μιλούσε κανείς.


ι
α



ι
α
Για στάσου λίγο κύριε λ. Γιατί δεν μας μιλάς σήμερα;
είπαν σε έναν φίλο που συνάντησαν έξω από το πάρκο.
λ
Α! Εσείς είστε παιδιά; Δεν σας αναγνώρισα!



ι
α
Γιατί αλλάξαμε;
λ
Και βέβαια αλλάξατε. Είχαμε μάθει να βλέπουμε πρώτα την κυρία α και μετά τον κύριο ι και σήμερα που μας τα αλλάξατε μπερδευτήκαμε. Νομίζω ότι πριν ήταν καλύτερα.
Είπε κι έφυγε. Ο κύριος ε άρχισε να το σκέφτεται.

ι
Μωρέ, λες να έχει δίκιο; Καλύτερα να αφήσω τα πράγματα όπως είναι για να μη γίνουνε χειρότερα.
Ύστερα γύρισε κι είπε στη γυναίκα του:
Εντάξει, γυναίκα, να μπαίνεις εσύ πρώτη και θα κάθομαι εγώ πίσω- πίσω. Μη χάσουμε κι όλους μας τους φίλους!
Η κυρία ε είδε που ο άντρας της στεναχωρήθηκε και βρήκε μία λύση για να είναι κι εκείνος ευχαριστημένος.

α
Καλέ μου, μήπως θα ήθελες να κουβαλάς εσύ τον τόνο γιατί είναι πολύ βαρύς και με πονάει η μέση μου;
Το ι κατάλαβε την πονηριά του α. Δεν ήθελε να είναι στεναχωρημένος και του είπε να πάρει τον τόνο για να φαίνεται λίγο πιο ψηλός και να τον ξεχωρίζουν, σαν να φοράει καπέλο. Κι έτσι θα φαινόταν κι εκείνο πίσω του. Δέχτηκε με χαρά.
Πήρε λοιπόν τον τόνο κι άρχισε να περπατά καμαρωτό πίσω από τη γυναίκα του. Στο δρόμο όλοι άρχισαν ξανά να τους αναγνωρίζουν και να τους χαιρετούν. "Καλημέρα κύριε και κυρία ε".


α
ι
Τώρα πια όλοι ήξεραν ότι όταν έβλεπαν πρώτα το α και μετά το ι το ζευγάρι ήταν αγαπημένο κι ευτυχισμένο και το φώναζαν ε. Ενώ όταν έβλεπαν πρώτα το ι και μετά το α καταλάβαιναν ότι είχαν μαλώσει και το ι έμπαινε μπροστά. Τότε δεν τα αναγνώριζε κανείς και τα φώναζαν ια.
Και το ζευγάρι μας για να θυμάται το πάθημά του έμπαινε σε όλες τις λέξεις που μας δείχνουν κάτι που παθαίνω. Να κοίτα...
εγώ χτενίζομαι εγώ χάνομαι
εγώ χτυπιέμαι εγώ κόβομαι
εγώ λούζομαι εγώ κρύβομαι
Για αυτό κι εσείς...
Όταν άλφα γιώτα δείτε
τότε αμέσως ε να πείτε
κι όταν εγώ παθαίνω κάτι
να το βάλετε στο μάτι
και στο μυαλό να έρθει πρώτα
πως γράφεται με άλφα γιώτα.
