
Κάποτε, σε ένα δάσος, ζούσε ένας μακρινός ξάδερφος του κόμματος που του έμοιαζε πάρα πολύ. Η ζωή όμως στο δάσος άρχισε να τον κουράζει κι αποφάσισε μια μέρα να πάει στην πόλη να επισκεφτεί τον ξάδερφό του.


Μάζεψε λοιπόν τα πράγματά του και ξεκίνησε για την πόλη. Σκεφτόταν πως αν του άρεσε καλύτερα η πόλη θα έμενε εκεί για πάντα.


Μετά από ένα κουραστικό ταξίδι έφτασε επιτέλους στην πόλη. Βρήκε το σπίτι του ξαδέρφου του και χτύπησε την πόρτα. Το κόμμα του άνοιξε και το αντίκρισε γεμάτο έκπληξη!


Ω! Ξάδερφε! Τι κάνεις στην πόλη; Έλα, πέρασε μέσα να ξαποστάσεις.
Πολύ χαίρομαι που σε βλέπω ξάδερφε! Να, άρχισα να κουράζομαι στο δάσος και είπα να με φιλοξενήσεις μια δυο μέρες να δω κι εγώ τι είναι αυτή η πόλη.


Καλά έκανες ξάδερφε. Θα σε φιλοξενήσω ευχαρίστως μα τώρα με πέτυχες βιαστικό. Βιάζομαι να πάω στη δουλειά μου κι έχω αργήσει. Κάτσε εσύ εδώ στο σπίτι και βολέψου μέχρι να γυρίσω.

Μοναχό μου θα με αφήσεις; Δεν μπορώ! Μήπως να με έπαιρνες μαζί σου να δω κι εγώ τι δουλειά κάνεις;

Το κόμμα το σκέφτηκε λιγάκι κι αποφάσισε ότι δεν θα ήταν κι άσχημη ιδέα να έχει μια συντροφιά, αρκεί να μην ενοχλούσε.




Να σε πάρω ξάδερφε. Μα να στέκεσαι σε μια γωνιά μη σε δούνε τα παιδιά και μπερδευτούνε.
Δεν θα ενοχλήσω καθόλου, στο υπόσχομαι.
Έτσι, ξεκίνησαν να πάνε στη δουλειά του κόμματος. Μόλις έφτασαν ο ξάδερφος άρχισε να κοιτάζει έκπληκτος. Έβλεπε πάνω σε μια σειρά ένα σωρό γράμματα, που ούτε ήξερε τι λέγανε, αλλά πολύ θα ήθελε να μάθει. Έπειτα είδε το κόμμα να πηγαίνει και να θρονιάζεται ανάμεσα σε δύο γράμματα. Πιο πέρα είχε κι άλλα κόμματα καθισμένα. Κάθισε κι αυτό σε μια μεριά, όπως είχε υποσχεθεί, και παρακολουθούσε. Σε λίγο ένα δαχτυλάκι άρχισε να ακολουθεί τα γράμματα και να τα διαβάζει. Μόλις έφτανε στο κόμμα σταματούσε και το χαιρετούσε. Το ίδιο έκανε σε όλα τα κόμματα.
Στην τσάντα μου έβαλα βιβλία, μολύβια, γόμες και τετράδια.

Μαζί με το δαχτυλάκι άκουγε και μια φωνούλα που διάβαζε τα γράμματα και μόλις έβλεπε το κόμμα σταματούσε κι έπαιρνε μια μικρή ανάσα.


Μωρέ, ωραία δουλειά βρήκε ο ξάδερφός μου. Άμα σχολάσει θα του ζητήσω να μου τη μάθει κι εμένα.
Όταν σχόλασε το κόμμα πήρε τον ξάδερφό του και γύρισαν στο σπίτι.


Δεν μου μαθαίνεις κι εμένα ξάδερφε τη δουλειά σου; Εύκολη μου φαίνεται!
Καθόλου εύκολη δεν είναι είναι. Άμα δεν μπω στο σωστό μέρος δεν θα έχουν κανένα νόημα οι προτάσεις. Πρέπει να προσέχω. Μα αν θες να δουλέψεις στην πόλη θα σου βρω άλλη δουλειά.






Τι δουλειά θα είναι αυτή!
Να, ζητάνε κάποιον να μπαίνει στη θέση των γραμμάτων όταν αυτά έχουν κουραστεί και θέλουν να πάρουν ρεπό.


Κι αυτό εύκολο μου ακούγεται. Αύριο κιόλας θα έρθω μαζί σου να ξεκινήσω.




Καθόλου εύκολο δεν είναι ξάδερφε. Άμα δεν μπεις στη σωστή θέση δεν θα μπορούν να διαβάσουν τα παιδιά τις λέξεις.
Μη φοβάσαι μα εγώ θα τα καταφέρω.
Έτσι την άλλη μέρα ξεκίνησαν και οι δύο να πάνε στη δουλειά. Μόλις έφτασαν είδαν στη σειρά τα γράμματα που έλεγαν:
Μου αρέσει το παγωτό. Είναι από τα καλύτερα γλυκά. Θα ήθελα να αγοράσω ένα.


Λοιπόν, ξάδερφε, εγώ φεύγω γιατί έχω αργήσει. Πήγαινε εσύ να βρεις τον υπεύθυνο να σου πει τι θα κάνεις.


Μείνε ήσυχος. Ξέρω τι θα κάνω.


Πρόσεξε μην κάνεις του κεφαλιού σου!
Πήγε λοιπόν ο ξάδερφος και βρήκε τον υπεύθυνο. Ο υπεύθυνος του είπε να πάει να κάτσει στη θέση των γραμμάτων που έπρεπε να πάρουν ρεπό για να ξεκουραστούν. Αλλά του είπε να προσέξει! Να μην κάτσει κάτω και τον μπερδέψουν με το κόμμα αλλά πάνω. Πήγε λοιπόν κι ο ξάδερφος καμαρωτός εκεί που ήταν τα γράμματα, έτοιμος να ξεκινήσει τη δουλειά του. Αλλά ξέχασε σε ποια γράμματα έπρεπε να πάει. Θυμόταν μόνο ότι έπρεπε να κάτσει πάνω κι όχι κάτω.
"Δε βαριέσαι¨" σκέφτεται "σιγά το δύσκολο. Θα πάω να κάτσω όπου μου αρέσει. Λες και θα έχει διαφορά!"
Ανέβηκε πάνω στη σειρά και θρονιάστηκε στη θέση του α. Σε λίγο η φωνούλα άρχισε να διαβάζει.
Μα ω! συμφορά... Η φωνούλα δεν καταλάβαινε τι έπρεπε να πει γιατί ενώ η πρόταση έλεγε
Μου αρέσει το παγωτό.
εκείνο διάβαζε...
Μου 'ρέσει το παγωτό.
Τα γράμματα άρχισαν να εκνευρίζονται...
α
Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;

Εδώ πρέπει να κάτσω. Είναι η δουλειά μου.
η
Αμ δεν είναι εδώ η δουλειά σου γιατί αν ήταν θα μας διάβαζαν ωραία.
Και του έδωσαν μια κλωτσιά και το έδιωξαν από κει.
Κοίταξε ξανά τα γράμματα και πήγε στη διπλανή πρόταση που έλεγε:
Είναι από τα καλύτερα γλυκά.
Έκαστε στη θέση του τ. Και όταν η φωνούλα άρχισε πάλι να διαβάζει δείτε τι ακούστηκε...
Είναι από 'α καλύτερα γλυκά.
Το έδιωξαν κι από κει μα δεν το έβαλε κάτω. Πήγε στην παρακάτω πρόταση που έλεγε :
Θα ήθελα να αγοράσω ένα. Και ξέρετε που έκατσε; Στη θέση του α! Κι όταν η φωνούλα ακούστηκε διάβασε...
Θ' ήθελα να αγοράσω ένα.
Πάλι το έδιωξαν κι αυτό απογοητεύτηκε! Σκέφτηκε ότι ήταν πολύ δύσκολο κι ότι έπρεπε να τα παρατήσει και να γυρίσει στο δάσος του. Την ώρα όμως που πήγε να φύγει το σταμάτησε ένα άλλο σημαδάκι που έκανε την ίδια δουλειά.

Έλα εδώ. Μην απελπίζεσαι. Απλά πρέπει να καθίσεις στη θέση των σωστών γραμμάτων κι όχι όπου θέλεις εσύ. Πρέπει να βγαίνει νόημα. Δεν λέμε Μου 'ρέσει αλλά Μ' αρέσει. Δοκίμασέ το και θα δεις πώς θα βρεις και τα υπόλοιπα.



Κοίταξε ξανά την πρόταση και είπε να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στον εαυτό του. Είδε τα γράμμα της πρότασης
Μου αρέσει το παγωτό.
και πήγε κι έκατσε στη θέση του ου. Τώρα η φωνούλα διάβασε:
Μ' αρέσει το παγωτό.
Ω! Τι ωραία που ακούστηκε.

Πήγε στην δίπλα πρόταση που έλεγε
Είναι από τα καλύτερα γλυκά.
κι έκατσε στη θέση του ο. Η φωνούλα διάβασε:
Είναι απ' τα καλύτερα γλυκά.
Ενθουσιάστηκε! Μα αυτός ομόρφαινε τις προτάσεις.


Τελευταία είδε την πρόταση
Θα ήθελα να αγοράσω ένα.
Πού λέτε ότι έκατσε; Μα φυσικά στη θέση του η και η φωνούλα διάβασε:
Θα 'θελα να αγοράσω ένα.
Η δουλειά του ήταν φοβερά δύσκολη αλλά στο τέλος τα κατάφερε!




Όταν τελείωσε και σχόλασε συναντήθηκε με το κόμμα για να γυρίσουν μαζί στο σπίτι. Το είδε χαμογελαστό και φαντάστηκε ότι όλα πήγαν καλά.

Λοιπόν ξάδερφε, πώς τα πήγες πρώτη μέρα στη δουλειά;
Δεν μπορείς να φανταστείς, ξάδερφε, πόσο δύσκολη είναι η δουλειά μου. Αν δεν την κάνω σωστά όλα διαβάζονται λάθος.







Σαν και τη δική μου δηλαδή!
Να με συγχωρείς ξάδερφε αλλά η δική μου δουλειά είναι σημαντικότερη. Αφού να φανταστείς δεν κάθομαι κάτω σαν εσένα αλλά ψηλά.
Δεν είσαι κι εσύ ένα κόμμα; του είπε το κόμμα.
Μα τι λες ξάδερφε! Φυσικά και δεν είμαι κόμμα. Έχω δικό μου όνομα! Είμαι η Απόστροφος!


