Το βιβλίο αυτό δημιουργήθηκε από τους μαθητές του Β1
και το αφιερώνουν στις οικογένειες τους αλλά και σε όποιον άλλο γεμίζει τις καρδιές τους όμορφα συναισθήματα.

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια χώρα,
μια χώρα μακρινή.
Τη χώρα αυτή λοιπόν τη διέσχιζε ένα μεγάλο ποτάμι και τη χώριζε στα δύο. Έτσι οι κάτοικοί της δεν ζούσαν όλοι μαζί, είχαν χωριστεί και ζούσαν στις δύο όχθες του ποταμού,
σε δυο χωριά.
Οι κάτοικοι αυτοί βέβαια ήταν πολύ διαφορετικοί από εμάς, γιατί απλά δεν ήταν άνθρωποι αλλά
σ υ ν α ι σ θ ή μ α τ α !





Εδώ βρίσκεται η
Χώρα των Συναισθημάτων
Στην μια όχθη του ποταμού ήταν το χωριό που ζούσαν τα ευχάριστα συναισθήματα.
Η ευτυχία, η αγάπη, η χαρά, η ξενοιασιά, η ηρεμία, η ελπίδα, η καλοσύνη, το θάρρος και πολλά πολλά άλλα.


Στην απέναντι όχθη είχαν χτίσει το χωριό τους τα δυσάρεστα συναισθήματα.
Η οργή, ο θυμός, η αλαζονεία, η ζήλια, ο πόνος, η δυστυχία, η λύπη, η μοναξιά, η κακία, ο φόβος και τόσα άλλα.


Στο χωριό των ευχάριστων συναισθημάτων, το
Ο μ ο ρ φ ο χ ώ ρ ι, τα σπιτάκια ήταν όμορφα και περιποιημένα, βαμμένα με χαρούμενα χρώματα και κατακόκκινες στέγες. Οι αυλές τους ήταν γεμάτες ανθισμένα λουλούδια. Ο ουρανός ήταν πάντα γαλανός και ο ήλιος έλαμπε φωτεινός. Η φύση γύρω ήταν καταπράσινη και γεμάτη με πολύχρωμα λουλούδια.Τα δέντρα ήταν πελώρια και τα πουλιά κελαηδούσαν στα κλαδιά τους. Τα ζώα έφτιαχναν χαρούμενα τις φωλιές τους και δε φοβόταν το ένα το άλλο. Οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν μονοιασμένοι και αγαπημένοι.


Στο χωριό των δυσάρεστων συναισθημάτων, το
Σ τ ρ α β ο χ ώ ρ ι, όλοι ήταν λυπημένοι και μουτρωμένοι γιατί όλα τους πήγαιναν στραβά.
Τα σπίτια τους ήταν απεριποίητα και μισογκρεμισμένα και σκουπίδια υπήρχαν παντού.
Ο ουρανός πάνω από το χωριό ήταν πάντα συννεφιασμένος και τον ήλιο τον έκρυβαν γκρίζα, απειλητικά σύννεφα.Τα δέντρα και τα λουλούδια είχαν μαραθεί, τα πουλιά και τα ζώα είχαν φύγει μακριά. Οι κάτοικοι ήταν πάντα θυμωμένοι, δεν συμπαθούσαν ο ένας τον άλλο και ζούσαν μέσα στη δυστυχία.


Η ζ ή λ ι α περνούσε τη μέρα της στην όχθη του ποταμού και έβλεπε με τα κιάλια της την άλλη πλευρά και φούντωνε από το κακό της. Δεν μπορούσε να βλέπει τόση ευτυχία μαζεμένη, έπρεπε να κάνει κάτι. Μια μέρα λοιπόν κάλεσε όλα τα δυσάρεστα συναισθήματα στην όχθη του ποταμού, τους έδειξε το Ομορφοχώρι και τους είπε: "Δεν αντέχω άλλο, δεν μπορώ τόση καλοσύνη. Πρέπει να τους εξαφανίσουμε για να κάνουμε όλη τη χώρα σαν και το χωριό μας".
Δεν τους αντέχω άλλο!!!
Πρέπει να τους εξαφανίσουμε!!!
Μόλις την άκουσαν όλοι συμφώνησαν. Σε κανένα τους δεν άρεσε η χαρά και η ευτυχία. Έτσι αποφάσισαν το επόμενο κιόλας πρωί να τους επιτεθούν, να τους καταστρέψουν και το χωριό τους να ληστέψουν. Πρωί πρωί λοιπόν μπήκαν στις μαύρες βάρκες τους και ξεκίνησαν για απέναντι. Τραβούσαν κουπί και τραγουδούσαν:
"Έι χοπ, όλοι μαζί,
πάμε να τους κάνουμε μαύρη τη ζωή.
Έι χοπ, όλοι μαζί,
πάμε να τους καταστρέψουμε τη γη".




Μαζί με τα δυσάρεστα συναισθήματα προχωρούσε προς το Ομορφοχώρι η ομίχλη, τα μαύρα σύννεφα και η σκοτεινιά. Τα ευχάριστα συναισθήματα είδαν τη μαυρίλα στον ουρανό που πλησίαζε και έτρεξαν στην όχθη του ποταμού να δούνε τι συμβαίνει. Είδαν τα δυσάρεστα συναισθήματα που έφταναν απειλητικά και τρόμαξαν. Μαζί τους τρόμαξαν τα πάντα γύρω τους. Τα λουλούδια κατέβασαν τα κεφαλάκια τους, τα δέντρα μαράθηκαν, τα πουλιά σώπασαν, τα ζώα κρύφτηκαν στις φωλιές τους.
Τα ευχάριστα συναισθήματα ήταν έτοιμα να τρέξουν μακριά... Ξαφνικά όμως η ΕΛΠΙΔΑ πιάνει το ΘΑΡΡΟΣ από το χέρι και τους λέει: "Μη φοβάστε! Δεν μπορούν να μας κάνουν κακό! Είμαστε ενωμένοι και πιο δυνατοί! Δεν πρέπει να τους αφήσουμε να μας τρομάξουν".
Τα ευχάριστα συναισθήματα πήραν αμέσως κουράγιο και θάρρος. Πιάστηκαν χέρι χέρι, στάθηκαν όλα μαζί στην όχθη του ποταμού και περίμεναν να τους αντιμετωπίσουν. Ταυτόχρονα τα πάντα γύρω τους άλλαξαν. Η μαυρίλα υποχώρησε, ο ήλιος έλαμψε, τα λουλούδια και τα δέντρα άνθισαν, τα πουλιά κελαηδούσαν και πάλι, τα ζώα βγήκαν από τις φωλιές τους.

Μη φοβάστε!!!
Είμαστε ενωμένοι και πιο δυνατοί!!!
Τα δυσάρεστα συναισθήματα βλέποντας ότι δεν είχαν καταφέρει να τους τρομάξουν άφησαν το φόβο και την απελπισία να κυριαρχήσει ανάμεσα τους. Σταμάτησαν να κάνουν κουπί και με απόγνωση κοίταξαν ο ένας τον άλλο. Κατάλαβαν ότι δεν θα μπορούσαν να νικήσουν και υποχώρησαν αμέσως στο χωριό τους. Κρύφτηκαν στα μισογκρεμισμένα σπίτια τους και δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουν.

Όταν η λύπη έβγαζε το κεφαλάκι της στο παράθυρο, της ερχόταν στο μυαλό η χαρά κι έμπαινε γρήγορα πάλι μέσα.

Όταν φόβος πήγαινε να βγει έξω από την πόρτα του, θυμόταν το θάρρος και διπλοκλείδωνε ξανά.
Όταν το μίσος έβγαινε βόλτα στο χωριό, του περνούσε από το μυαλό η αγάπη και έτρεχε ξανά στο σπίτι του.

Αν τώρα φανταστούμε αυτή τη χώρα εύκολα θα καταλάβουμε ότι δεν είναι και τόσο μακρινή. Ο καθένας από μας έχει μια τέτοια στην κ α ρ δ ι ά του.
Ας κλειδώσουμε λοιπόν στα σπίτια τους όλα τα δυσάρεστα συναισθήματα κι ας γίνει η καρδιά μας ένα μικρό Ομορφοχώρι για να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!!!



Συγγραφείς και εικονογράφοι οι μαθητές του Β1
Αμαργιωτάκης Ζαχαρίας Αναστασάκη Αναστασία
Γεωργάκης Στέλιος Διγενάκη Ιωάννα
Κολοβού Αλεξάνδρα Κοτσυφάκης Νίκος
Κωνσταντάκη Δέσποινα Κωνσταντουλάκης Μάρκος
Λαμπράκης Κωνσταντίνος Μακράκη Αιμιλία
Μπεσλεμές Ίκαρος Ορφανού Καλλιόπη
Παπαδάκη Νίκη Παύλου Μιχαήλ Άγγελος
Σταματάκης Κωνσταντίνος Σταματίου Στέλλα
Στρατογιαννάκης Μιχάλης Τζαβλάκης Κωνσταντίνος
Φαρσάρης Χαράλαμπος Χαιρέτη Κατερίνα
Η δασκάλα του τμήματος Αλεξάκη Αλεξάνδρα
Ο εκπαιδευτικός Πληροφορικής Χουρδάκης Νίκος
