Αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά του κόσμου με μια ευχή: Η ΑΓΑΠΗ να οδηγεί πάντα κάθε τους βήμα.

Μια φορά και έναν καιρό, κάπου πολύ μακριά, υπήρχε ένα μικρό χωριό, το Χαρουμενοχώρι. Oι κάτοικοι του χωριού αυτού δεν ήταν άνθρωποι, όπως στα συνηθισμένα χωριά, αλλά συναισθήματα και μάλιστα μόνο ευχάριστα συναισθήματα. Συγκεκριμένα, σε αυτό το χωριό ζούσαν η Χαρά, η Αγάπη, η Ευτυχία, το Θάρρος, η Ηρεμία, η Γαλήνη, η Φιλία, η Υπομονή και πολλά άλλα.
Τα σπίτια τους ήταν βαμμένα με όμορφα χρώματα και οι κήποι των σπιτιών ήταν γεμάτοι με ανθισμένα και μυρωδάτα λουλούδια. Ο ουρανός ήταν πάντα γαλανός και ο ήλιος έλαμπε. Τα πουλιά κελαηδούσαν χαρούμενα και έχτιζαν τις φωλιές τους στα δέντρα. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού ζούσαν ειρηνικά. Αγαπούσαν και σέβονταν ο ένας τον άλλο. Μετά τη δουλειά τους βρίσκονταν όλοι μαζί, διασκέδαζαν και απολάμβαναν τη ζωή τους.

Όμως, λίγο πιο έξω από το χωριό υπήρχε ένα κάστρο που ζούσαν δυο απαίσιοι μάγοι. Ο μάγος Μίσος και η γυναίκα του η μάγισσα Ζήλια. Οι δυο αυτοί μάγοι μισούσαν και ζήλευαν την ευτυχισμένη ζωή των κατοίκων του Χαρουμενοχωριού. "Δεν αντέχω να τα βλέπω να χασκογελάνε όλη τη μέρα! Μου έχουν σπάσει τα νεύρα. Ζηλεύω την τόση ευτυχία τους", έλεγε κάθε μέρα η μάγισσα Ζήλια. "Έχεις δίκιο. Τα μισώ αυτά τα απαίσια συναισθήματα! Κάτι πρέπει να κάνουμε, να τους κοπεί το γέλιο μια και καλή", απαντούσε ο μάγος Μίσος...
Μια μέρα λοιπόν, ο μάγος Μίσος σκέφτηκε μια ιδέα:"Α!! Βρήκα τι θα κάνουμε! Θα ετοιμάσουμε ένα μαγικό φίλτρο που όποιος το πιει θα γίνει κακό συναίσθημα!! Το φαντάζεσαι; Η Αγάπη να γίνει Μίσος σαν εμένα,το Θάρρος να γίνει Φόβος και όλα τα συναισθήματα να γίνουν το αντίθετο από αυτό που είναι!!! Χα, Χα, Χα!!!". "Είσαι πανέξυπνος!", είπε η μάγισσα Ζήλια. "Θα δούνε τι θα πάθουν!"
Έτσι λοιπόν, το βράδυ εκείνο, ο μάγος και η μάγισσα γυναίκα του, ετοίμασαν το πιο δυνατό και επικίνδυνο φίλτρο που είχαν φτιάξει μέχρι τότε και πριν ξημερώσει πήγαν στο Χαρουμενοχώρι. Όταν όλοι οι κάτοικοι κοιμόντουσαν, μπήκαν στην αίθουσα του φαγητού και άδειασαν το μαγικό φίλτρο μέσα στο μεγάλο καζάνι με το γάλα τους.
Λίγες ώρες αργότερα, ξημέρωσε και όλοι οι κάτοικοι του χωριού ξύπνησαν και γεμάτοι χαρά συγκεντρώθηκαν στην αίθουσα του φαγητού για να πιουν το γάλα τους. Όμως ένα ένα συναίσθημα, μόλις τελείωνε το πρωινό του, άλλαζε και γινόταν εντελώς διαφορετικό από ό,τι ήταν στην αρχή. "Αχ, αισθάνομαι χάλια! θέλω να μείνω μόνη μου! Πάω στο δωμάτιο μου να κλάψω!!!", είπε η Χαρά, που μόλις είχε γίνει Λύπη."Και τι μας νοιάζει εμάς; Κάνε ό,τι θέλεις χωρίς να μας ενοχλείς!", της φώναξε θυμωμένα ο Θυμός.
Όμως, ένα μόνο συναίσθημα, η Αγάπη, δεν ήπιε το μαγεμένο γάλα. Περίμενε να πάρουν το πρωινό τους πρώτα οι φίλοι της, και να το πάρει εκείνη όταν όλοι θα έχουν χορτάσει, μην τύχει και μείνει κάποιος νηστικός. Έτσι έμεινε μόνη της να παρακολουθεί τις φοβερές αλλαγές των φίλων της.
Έντρομη, έφυγε από το χωριό ψάχνοντας για βοήθεια. Ώρες ολόκληρες έψαχνε, αλλά κανείς δε βρέθηκε να τη βοηθήσει. Γεμάτη απελπισία, κάθισε σε ένα βράχο και άρχισε να κλαίει. Τότε άκουσε μια φωνή να της λέει: "Αγάπη, τι σου συμβαίνει;" Η Αγάπη σήκωσε τα μάτια της και είδε έναν ηλικιωμένο κύριο. "Πώς γνωρίζεις το όνομά μου;", ρώτησε η Αγάπη. "Είμαι ο Χρόνος και γνωρίζω τα πάντα", της απάντησε εκείνος.
Η Αγάπη είπε στον γέρο-Χρόνο τι είχε γίνει, για αυτήν την ξαφνική αλλαγή των φίλων της και ζήτησε τη βοήθειά του. "Αγάπη, λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Τη λύση την έχεις μέσα σου. Μόνο εσύ έχεις τη δύναμη να λύσεις τα μάγια. Πήγαινε στο χωριό σου και βοήθησε τους, ακούγοντας την καρδιά σου." της είπε ο γερο- Χρόνος.
Όταν η Αγάπη επέστρεψε στο χωριό, δεν πίστευε στα μάτια της. Οι φίλοι της μάλωναν στους δρόμους, φώναζαν και χτυπούσαν ο ένας τον άλλο. Τα σπίτια τους είχαν καταστραφεί, τα λουλούδια είχαν μαραθεί γιατί κανείς δεν τα φρόντιζε και τα πουλιά είχαν πετάξει μακριά γιατί δεν άντεχαν τόση φασαρία.
.
Θυμήθηκε τα λόγια του Χρόνου και αποφάσισε να ακούσει την καρδιά της. Πήγε στο σπίτι της και άρχισε να ψάχνει παλιές φωτογραφίες με όλους τους φίλους της, που θύμιζαν ευτυχισμένες στιγμές. "Ελπίζω οι φωτογραφίες μας να τους ξυπνήσουν τον παλιό καλό εαυτό τους", σκεφτόταν.
Τότε η Αγάπη πήρε τις φωτογραφίες και πλησίασε ένα ένα συναίσθημα. Του έδειχνε τις φωτογραφίες που είχαν τραβήξει μαζί και με λόγια που έβγαιναν από την καρδιά της προσπαθούσε να βοηθήσει τους φίλους της να θυμηθούν. Χωρίς να το σκεφτεί τους έσφιξε στην αγκαλιά της με τρυφερότητα και η δύναμη της Αγάπης άρχισε να λύνει τα μάγια των φίλων της.
Ο ένας μετά τον άλλο άρχισε να θυμάται και σιγά σιγά όλοι είχαν βρει τον εαυτό τους. Η Αγάπη τους εξήγησε τι είχε συμβεί και όλοι μαζί άρχισαν να ξαναφτιάχνουν τα χαλασμένα σπίτια τους, να φυτεύουν ξανά λουλούδια και να ξανακάνουν το χωριό τους όπως ήταν στην αρχή. Τα πουλιά επέστρεψαν στις φωλιές και μέσα σε λίγες μέρες τίποτα δε μαρτυρούσε τι είχε συμβεί.
Όσο για τον κακό μάγο Μίσος και τη μάγισσα Ζήλια, απογοητευμένοι που απέτυχε το μοχθηρό σχέδιο τους αποφάσισαν να φύγουν μακριά. "Τα παρατάω!!!! Τίποτα δεν μπορεί να τους αλλάξει!", είπε η μάγισσα Ζήλια. "Ας φύγουμε από αυτό το μέρος! Πάμε να βρούμε άλλους να κάνουμε τα μαγικά μας!", συμπλήρωσε ο μάγος Μίσος.
Από εκείνη τη μέρα, όλα τα συναισθήματα ζουν ευτυχισμένα στο παράξενο χωριό τους που δεν είναι άλλο από τις παιδικές καρδιές μας...


Βροντάκης Γιώργος
Γιαννακάκη Εβελίνα
Καρούζου Γιούλη
Κοκοσάλης Γιάννης
Κουκουλάκης Βαγγέλης
Κουριδάκη Μαρία - Αθηνά
Κριάρη Έλενα
Λημναίου Ειρήνη
Λυραράκης Σωτήρης
Μπασούλη Ιωάννα
Ξενοκτιστάκης Μύρος
Πανταγάκη Μελίνα
Σκουλουδάκη Ειρηλένα
Σπανουδάκης Βασίλης
Σχίζας Ανδρέας
Τζαγκαράκη Νεφέλη
Τσικαλάκης Δημήτρης
Φουντάκη Φωτεινή
Χουρδάκης Γιώργος
Χριστοδούλου Κώστα
Συγγραφείς και εικονογράφοι οι μαθητές του Β3
Η δασκάλα του τμήματος Κυριακοπούλου Μαρία
Ο εκπαιδευτικός Πληροφορικής Χουρδάκης Νίκος
