Πριν από πολλά χρόνια, οι Αχαιοί που κατοικούσαν τότε στην Ελλάδα, ενώθηκαν και µε τα πλοία και το στρατό τους πήγαν να κυριεύσουνε την Τροία.
Έτσι άρχισε ο Τρωικός πόλεµος που κράτησε δέκα χρόνια. Ήταν ο µεγαλύτερος πόλεµος της αρχαιότητας κι οδήγησε στο θάνατο αµέτρητους Τρώες κι Αχαιούς. Αφορµή ήτανε µια γυναίκα, η ωραία Ελένη, η βασίλισσα της Σπάρτης.

H Ήρα, η Αθηνά κι η Αφροδίτη άρχισαν να µαλώνουν για το ποια ήταν η οµορφότερη. Ρώτησαν και το Δία, µα αυτός δεν ήθελε να στενοχωρήσει καµιά από τις τρεις θεές. Γι’ αυτό είπε να πάνε στον Πάρη, το γιο του βασιλιά Πρίαµου, για να διαλέξει εκείνος την οµορφότερη θεά.
Πέταξαν λοιπόν οι τρεις θεές, µαζί µε τον Ερµή και στάθηκαν µπροστά στο βασιλόπουλο. Ο Ερµής τού είπε το θέληµα του Δία και του έδωσε το χρυσό µήλο της Έριδας.
Τότε η Ήρα τού έταξε να τον κάνει τον πιο µεγάλο βασιλιά, η Αθηνά τον πιο γενναίο και σοφό πολεµιστή και η Αφροδίτη να του βρει την πιο όµορφη γυναίκα για να την παντρευτεί. O Πάρης, έδωσε το χρυσό µήλο στην Αφροδίτη.
Τότε η Αφροδίτη φανέρωσε στον Πάρη πως η ωραία Ελένη, η γυναίκα του Μενέλαου, του βασιλιά της Σπάρτης, ήταν η οµορφότερη στον κόσµο και τον συµβούλεψε να πάει να την πάρει.
Η θεά Άρτεµη κρατούσε τους ανέµους και δεν μπορούσαν τα καράβια των Αχαιών, να ξεκινήσουν για την Τροία. . Είχε θυµώσει, γιατί ο Αγαµέµνονας είχε σκοτώσει το ιερό ελάφι της. Και δε θα της περνούσε ο θυµός, αν πρώτα ο Αγαµέµνονας δε θυσίαζε στο βωµό της την κόρη του, την Ιφιγένεια. Η Ιφιγένεια αποφάσισε να θυσιαστεί για την πατρίδα της.
Τη µέρα της θυσίας πήγε στολισµένη στο βωµό και µε θάρρος έσκυψε το κεφάλι. Κι ο µάντης Κάλχας, αφού της φόρεσε χρυσό στεφάνι στα µαλλιά, σήκωσε το µαχαίρι. Όµως εκείνη τη στιγµή η Άρτεµη ήρθε µέσα σε ένα σύννεφο, άρπαξε την κόρη και πάνω στο βωµό άφησε ένα µικρό ελάφι. Την Ιφιγένεια την πήγε µακριά στη χώρα των Ταύρων σ’ έναν από τους ναούς της. Αµέσως φύσηξε άνεµος και οι Αχαιοί κίνησαν για την Τροία.
Οι Αχαιοί σε λίγες µέρες έφτασαν στην Τροία. Εκεί βασίλευαν ο Πρίαµος και η Εκάβη που είχαν πενήντα γιους και πολλές κόρες.
Οι Τρώες, βλέποντας τα αµέτρητα καράβια των Αχαιών, πήραν τα όπλα τους κι έτρεξαν στην ακρογιαλιά για να τους πολεµήσουν. Αρχηγό είχαν τον πιο µεγάλο γιο του Πρίαµου, τον Έκτορα, τον αδελφό του Πάρη.Άρχισε τότε µάχη φοβερή. Οι Τρώες νικήθηκαν και κλείστηκαν στα τείχη της πόλης. Οι Αχαιοί τράβηξαν τα πλοία τους στη στεριά κι έφτιαξαν στρατόπεδο που το έκλεισαν µε τείχος ξύλινο, γιατί κατάλαβαν ότι θα χρειάζονταν πολύ καιρό µέχρι να καταφέρουν να κυριεύσουν την Τροία.
Το δέκατο χρόνο µάλωσαν ο Αχιλλέας κι ο Αγαµέµνονας για δυο όµορφες σκλάβες, τη Χρυσηίδα και τη Βρισηίδα. Αυτό έφερε πολλές συµφορές στους Αχαιούς.
Ο Αγαμέμνωνας διέταξε να φέρουν στη σκηνή του τη σκλάβα του Αχιλλέα, τη Βρισηίδα.
Θύµωσε ο Αχιλλέας πολύ, µίσος και οργή γέµισαν την ψυχή του. Θέλησε να σκοτώσει τον Αγαµέµνονα για την προσβολή που του έκανε, µα έτρεξε η θεά Αθηνά και τον συγκράτησε. Πικραµένος όµως κλείστηκε στη σκηνή του κι ορκίστηκε να µην ξανα πολεµήσει.
Ο Πάτροκλος πήγε στο φίλο του τον Αχιλλέα. «Αχιλλέα», του είπε, «οι Τρώες καίνε τα καράβια µας. Αφού εσύ δεν πολεµάς, κανένα δε φοβούνται. Δος µου την πανοπλία σου, το άρµα µε τα αθάνατα άλογά σου και τους γενναίους Μυρµιδόνες, να πολεµήσω εγώ στη θέση σου».
O Αχιλλέας δέχτηκε και τον συµβούλεψε να διώξει τους Τρώες από το στρατόπεδο και να γυρίσει πίσω. Ο Πάτροκλος ξέχασε του Αχιλλέα τη συµβουλή και κυνήγησε τους Τρώες ως τα τείχη της Τροίας. Όµως εκεί τον γνώρισε ο Έκτορας, πήγε κοντά κι άρχισαν να παλεύουν.
Τότε ο Απόλλωνας χτύπησε τον Πάτροκλο πισώπλατα. Εκείνος έπεσε κάτω κι ο Έκτορας τον σκότωσε και του πήρε τα θεϊκά όπλα του Αχιλλέα.
Ο Αχιλλέας με τον Έκτορα, πάλεψαν σκληρά, γιατί κι οι δυο ήταν γενναία παλικάρια. Τέλος ο Αχιλλέας µε το κοντάρι του χτύπησε στο λαιµό τον Έκτορα και τον έριξε στο χώµα. Ο πιο γενναίος πολεµιστής της Τροίας ήταν πια νεκρός. Ψηλά από τα τείχη κοίταζαν οι Τρώες και θρηνούσαν. Μα πιο πολύ θρηνούσαν ο Πρίαµος και η Εκάβη, η µητέρα του, και η όµορφη Ανδροµάχη.
Ο Πάρης σημάδεψε τον Αχιλλέα και κάρφωσε ένα φαρµακωµένο βέλος στη δεξιά του φτέρνα. Βογκώντας ο ήρωας γονάτισε στη γη. Με πονεµένες κραυγές προσπαθούσε να τραβήξει το βέλος απ’ τη φτέρνα του. Μετά από λίγο σωριάστηκε νεκρός.
Γύρω από το νεκρό του σώµα έγινε άγρια µάχη. Αγωνίζονταν οι Τρώες να τον πάρουν. Όµως ο Οδυσσέας κι ο Αίαντας τον άρπαξαν και τον έφεραν στα πλοία.
Ο Οδυσσέας, ο πολυµήχανος, σκέφτηκε ότι η Τροία δεν θα έπεφτε µε τα όπλα αλλά µε πονηριά. Συµβούλεψε λοιπόν τους Αχαιούς να φτιάξουν ένα µεγάλο ξύλινο άλογο, κούφιο από µέσα, το Δούρειο ίππο. Οι Τρώες έσυραν το άλογο στην πόλη. Για να µπει, γκρέµισαν κι ένα µέρος απ’ τα τείχη της.Τη νύχτα κοιµήθηκαν κουρασµένοι από το χορό κι από το φαγοπότι.
Τα µεσάνυχτα βγήκαν οι Αχαιοί από την κοιλιά του αλόγου. Έτρεξαν κι άναψαν φωτιές ψηλά στα τείχη κι άνοιξαν τις πύλες. Μπήκαν όλοι οι Αχαιοί στην Τροία, σκότωσαν τους πολεµιστές και πήραν σκλάβους τα παιδιά και τις γυναίκες. Ο Μενέλαος έτρεξε στο παλάτι του Πρίαµου και πήρε πίσω την Ελένη. Μετά έβαλαν φωτιά κι έκαψαν την πόλη, χωρίς να σεβαστούν ούτε τους ναούς των θεών.
Ευχαριστούμε που διαβάσατε το βιβλίο μας!
Αντώνης, Δημήτρης, Ειρήνη, Έλενα, Ελεονώρα, Ηλέκτρα, Θεοδώρα, Ιωάννης, Ίωνας, Κατερίνα, Κλειώ, Κωνσταντίνος, Μάνος, Μαρία, Μαριλία, Μελίνα, Μιχάλης, Μιχάλης, Νίκος, Σοφοκλής, Φρένσι, Χρήστος
