Το Χαμένο Παιδί
Ευχαριστούμε τον κύριο Στέργιο Φούφα συνταξιούχο δάσκαλο των Φαρσάλων, με καταγωγή από τη Μηλιά Μετσόβου, που μας διηγήθηκε την ιστορία.
Το βιβλίο είναι δημιουργία των μαθητών της Γ2 τάξης στα πλαίσια του μαθήματος ΤΠΕ.
Οι μαθητές: Τριαντάφυλλος, Βασιλική, Σωκράτης, Ελίνα, Ανδρόνικος, Βαλάντης, Χρήστος, Βάιος, Κωνσταντίνος, Χριστίνα, Απόστολος, Αγγελική, Άγγελος, Ραφα΄έλα, Χρίστος, Ταξιαρχούλα, Ελευθερία.
Η εκπαιδευτικός Ε. Σπανού
4ο Δημοτικό Σχολείο Φαρσάλων
Για το 9ο Φεστιβάλ Ψηφιακής Δημιουργίας
Λάρισα 11 Απριλίου 2019
















Έτσι, ο Στυλιανός, πείθει τον θείο του, τον αδερφό της μητέρας του, μετά από πολλά παρακάλια.






Είναι Μάιος μήνας της δεκαετίας του 1950. Ο θείος παίρνει τέσσερα ζώα - ένα άλογο και τρία μουλάρια.

















Ανεβάζει σε ένα μουλάρι το ανηψάκι του πέντε χρονών περίπου, ιππεύει ο ίδιος το άλογο και ξεκινούν για το δάσος.







Η διαδρομή, πολύ ευχάριστη. Σε όλο τον δρόμο, ο ανηψιός απευθύνει ερωτήσεις στον θείο για την πλούσια βλάστηση που παρουσιάζεται μπροστά του.
Ρωτάει για τα πεύκα, τα έλατα, τις οξιές, τους κέδρους, τις ιτιές. Επίσης θέλει να μάθει για τα άγρια ζώα που ζούνε στο δάσος, για τα ζαρκάδια, για τα αγριογούρουνα, για τις αρκούδες, για τα τσακάλια, για τους λύκους.











Ξαφνικά, βλέπει μια βερβερίτσα (ή μικρό σκιουράκι) να ανεβοκατεβαίνει από έλατο σε έλατο.
Σε λίγο αντικρίζει έναν πανέμορφο δρυοκολάπτη να χτυπά με το ράμφος του τον κορμό του πεύκου αναζητώντας την τροφή του.
Απερίγραπτη η χαρά του!










Ύστερα από μιάμιση ώρα φτάνουν στον προορισμό.
Σε μια τοποθεσία με πολλά χορτάρια και αρκετό νερό, αφήνει ο θείος τα ζώα να βοσκήσουν και τον Στυλιανό να παίζει κοντά στα ζώα.






Αυτός, όπου έβρισκε ξεραμένες οξιές
τις έκοβε και τις έκανε φορτώματα.
Όταν τελείωσε η κοπή των ξύλων,
κατευθύνθηκε προς τα υποζύγια
για να τα πάρει και να τα φορτώσει.


























Στυλιανέ, Στυλιανέ....
Που είσαι;
Έλα να φύγουμε!
Τελειώσαμε τη δουλειά.


Τι λαχτάρα όμως τον περίμενε!!!
Ο ανεψιός του είχε εξαφανιστεί!!
























Απάντηση όμως καμία. Φωνάζει δυνατότερα:
"Στυλιανέ, Στυλιανέ..."
Τρέχει ουρλιάζοντας τώρα με απελπισία. Ψάχνει όλη τη γύρω περιοχή, σπιθαμή προς σπιθαμή. Απόκριση καμία. Τρέμει ολόκληρος από την
αγωνία για το κακό που τον βρήκε.



















Με πολύ κόπο φορτώνει τα τέσσερα ζώα και τα καθοδηγεί να πάνε μόνα τους στο χωριό. Αυτός μένει στο δάσος ψάχνοντας μάταια να βρει τον εξαφανισμένο ανεψιό.
























Μετά από αρκετές ώρες οι γονείς του
θείου βλέπουν τα φορτωμένα ζώα να
έρχονται μόνα τους και αρχίζουν να
ανησυχούν.
Σε λίγο αναστατώνονται όλοι οι
συγγενείς και οι γείτονες.

















Πέντε, έξι αδέλφια και ξαδέλφια χωρίς να χάσουν χρόνο πηγαίνουν στο δάσος. Συναντούν τον θείο και ζητούν να μάθουν τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια.


Τι έγινε;
Που είναι το παιδί;
Που είναι ο Στυλιανός;

Απάντηση καμία.







Σκόρπισαν όλοι στο βουνό, ψάχνοντας τον Στυλιανό!!!!Τα βραδάκι επιστρέφουν άπρακτοι όλοι στο χωριό.














Η αστυνομία συλλαμβάνει τον θείο και τον οδηγεί στο κρατητήριο.
Εκεί του υποβάλλουν άπειρες ερωτήσεις.

"Μήπως τον κλώτσησαν θανάσιμα τα ζώα και από τον φόβο τον έθαψες κάπου για να μην τον βρουν οι γονείς του;"
"Μήπως τον μάλωσες άσχημα και σου έφυγε κλαίγοντας;"
"Που είναι το παιδί;"
"Μήπως έπεσε από το σαμάρι του μουλαριού και τραυματίστηκε;"

"Αυτός ο ανεψιός είναι η ψυχή μου, το καμάρι μου", έλεγε κλαίγοντας ο θείος.
"Ούτε τον μάλωσα, ούτε έπεσε από το σαμάρι, ούτε τον κλώτσησαν τα ζώα!"
"Εξαφανίστηκε από το μέρος που τον άφησα, όταν έκοβα ξύλα!"
"Δεν μου είπε ούτε μια κουβέντα. Έγινε άφαντος χωρίς να αντιληφθώ το παραμικρό."

Οι απαντήσεις δεν ικανοποιούν τους αστυνόμους και επειδή θεωρούν ότι δεν λέει την αλήθεια, αρχίζουν να τον δέρνουν με χαστούκια και σφαλιάρες, δίχως όμως αποτέλεσμα.




Για οκτώ με εννιά μέρες ολόκληρο το χωριό ψάχνει στο δάσος σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων με την ελπίδα μη τυχόν και εντοπίσει κάπου το παιδάκι.
Επιπλέον με εντολή της Μεραρχίας καταφθάνουν στρατιώτες και ερευνούν όλη τη δασώδη περιοχή. Συστηματικό ψάξιμο, αλλά καμία φωνή, παρά μόνο διάχυτη απαισιοδοξία.















Καιρός άστατος, βροχές πολλές! Όλοι σιγά σιγά εγκαταλείπουν το δάσος και επιστρέφουν στην καθημερινή τους εργασία. Ο πόνος της μάνας και του πατέρα δυσβάσταχτος.























Τέλος, ένας πολυάσχολος χωριανός αγωγιάτης - βοσκός, αποφασίζει να πάει για τελευταία φορά στο δάσος.
Διαβαίνει όλα τα πιθανά σημεία.
Ανεβοκατεβαίνει ράχες, πλαγιές, διασχίζει ρέματα, ψάχνει στα ισιώματα, στα μονοπάτια.
Αποτέλεσμα μηδέν. Απελπισμένος παίρνει το δρόμο της επιστροφής.






















Ξαφνικά βλέπει από μακριά το παιδί να κάθεται στον κορμό ενός πεσμένου γέρικου πεύκου.
Πλησιάζει προς το μέρος του και με σιγανή
φωνή, για να μην το τρομάξει, το φωνάζει
με το όνομά του.
Αυτό με ευχαρίστηση ανταποκρίνεται
στο κάλεσμα.
Το αγκαλιάζει, το χαϊδεύει και αρχίζουν
δειλά - δειλά την κουβέντα.





Ύστερα βάζει το χαμένο παιδί στους ώμους του και το φέρνει στο χωριό.
Τη νύχτα δεν κρύωνες;
Κάθε μέρα, ερχόταν ένας παππούς ντυμένος στα μαύρα, με κάτασπρα γένια και μου έφερνε φαγητό.
Όχι, γιατί με φρόντιζε και με σκέπαζε ο παππούς.
Πώς τα πέρασες τόσες μέρες ολομόναχος;

Οι γονείς κατευχαριστημένοι που βρέθηκε το σπλάχνο τους!
Όλοι οι κάτοικοι ενθουσιασμένοι!
Η καμπάνα χτυπά χαρμόσυνα και το παιδί οδηγείται στην εκκλησία του χωριού, την εκκλησία του Αγίου Νικολάου.
Εκεί, αναγνωρίζει δείχνοντας με το χέρι του την εικόνα του Αγίου, τον παππού που τον φρόντιζε.





“Αυτός είναι ο παππούς που ήταν μαζί μου και με προστάτευε”, φωνάζει.
Οι χωριανοί γονατίζουν και κλαιν από συγκίνηση και χαρά, ευχαριστώντας τον θεό και τον Άγιο.

"Είναι δυνατόν μικρό παιδί ν’ αντέξει 8-9 μέρες μέσα στο δάσος, στο βουνό, σε υψόμετρο χίλια πεντακόσια, χίλια εξακόσια μέτρα νηστικό;"

Η ιστορία του χαμένου παιδιού κρατάει άγρυπνους πολλούς,
να σκέφτονται.
"Είναι δυνατόν να πήραν το παιδί οι νεράιδες, τα ξωτικά που ζούνε σε πολύ υγρά μέρη;"

"Αντέχει μικρό παιδί στις βροχές και στο κρύο; Μπορεί να κοιμηθεί τη νύχτα στο βουνό, μόνο του;"


"Το νυχτερινό πυκνό σκοτάδι
δεν το τρομάζει;
Οι φωνές του γκιώνη, της κουκουβάγιας και τόσων άλλων νυχτερινών πουλιών δεν το φοβίζουν;
Από τον πολύ φόβο, δεν παγώνει το αίμα του ανθρώπου; δεν κόβεται η αναπνοή;"













Πάντως ο θείος, άδικα ταλαιπωρήθηκε στο κρατητήριο, άδικα κατηγορήθηκε, άδικα χόρτασε σφαλιάρες.
"Οι αγέλες των λύκων και των άλλων σαρκοφάγων δεν είναι επικίνδυνες;"

Αυτά σκεφτόμουν και εγώ όταν ήμουν μικρός. Και τόσο πολύ μου τυπώθηκαν στο μυαλό, που τα θυμάμαι ακόμη και τώρα.
Η ιστορία μου είναι αληθινή, πραγματική. Και ο Στυλιανός έζησε, μεγάλωσε, έγινε επιχειρηματίας, πλούτισε.











Δεν λησμόνησε όμως πως κάποτε έζησε ένα θαύμα, ένα θαύμα που το διηγούνται οι παλιότεροι και το ακούν με προσοχή οι νεότεροι, για να το διηγηθούν με τη σειρά τους στα παιδιά και τα εγγόνια τους.
Γιατί οι ιστορίες είναι πάντα καλοδεχούμενες. Και όσες είναι αληθινές, αξίζουν κάτι παραπάνω!
























