
Γυναίκες, άντρες, παιδιά, ανθρώπινοι σκελετοί ντυμένοι με κουρέλια, ψάχνουν στα σκουπ΄΄ιδια για να βρουν κάτι να φάνε... μια κρεμυδόφλουδα...
μια λεμονόκουπα.... ή κάποιο κόκαλο να γλείψουν.
Νεκροί σε κάθε γωνιά...
καθημερινή εικόνα...
Στα χρόνια της κατοχής τα χόρτα ήταν το βασικό υλικό των συνταγών και οι σταφίδες των γλυκών.
¨"Παίρνετε τς ντομάτες, αν τις βρείτε, τις λιώνετε, τις βράζετε και μετά ρίχνετε 5 με 6 ελιές για κάθε άτομο της οικογένειας.
Να, μια νόστιμη σούπα που δεν την είχατε σκεφτεί πριν.."
Τέτοιου είδους συμβουλές έδιναν οι εφημερίδες της κατοχής.
Οι άνθρωποι οφείλουν την επιβίωσή τους στη ρετσίνα και τις σταφίδες, δυο προϊόντα που έβρισκαν σε σχετική αφθονία.
Οι σταφίδες έμπαιναν παντού, ακόμη και στα φασόλια και η σταφιδίνη ήταν το κύριο γλυκαντικό στα γλυκά.
Οι νοικοκυρές μαγείρευαν πορτοκαλόφλουδες και λεμονόφλουδες γιαχνί, φασολάκια χωρίς φασόλια, μουσταλευριά χωρίς μούστο, βλίτα ογκρατέν, βλιτοκεφτέδες, πατάτες, λάχανο με κάστανα, μελιτζάνες με πουρέ πατάτας, κολοκύθια γεμιστά με τραχανά, σπανακοπίλαφο, σέκουλα πουρέ, κυδωνόπαστο, μαρμελάδα πορτοκάλι χωρίς ζάχαρη, τσάι ππορτοκαλιού...
Όλα αυτά ονομάστηκαν "πολεμικά εδέσματα"...
Θεωρούνταν τυχερός όποιος έβρισκε στην αγορά χόρτα όπως λαχανίδες, ή άγρια ρόκα. Όποιος είχε ακόμη λεφτά αγόραζε ξηρούς καρπούς, αμύγδαλα και καρύδια και πορτοκάλια ή μανταρίνια.

Τέλη Σεπτέμβρη του 1941, οι νοικοκυρές περίμεναν τα πρωτοβρόχια για να βγουν να μαζέψουν σαλιγκάρια. Κι αυτά όμως δεν ήταν πολλά, γιατί την ίδια σκέψη την έκαναν κι άλλοι πολλοί...
Το καλοκαίρι του 1942 τα νοικοκυριά δεν είχαν ούτε ξύλα, ούτε κάρβουνα για να μαγειρέψουν στην κουζίνα τους, έτσι πήγαιναν τα φαγητά τους στους φούρνους της γειτονιάς.
Στις γιορτές, αντί για δώρα, αντάλλαζαν τρόφιμα! Οι βασιλόπιτες από χαρουπάλευρο και σταφίδες, κόστιζαν μια περιουσία! Τα Χριστούγεννα του 1941, ένα μαγαζί πουλούσε για πρωτοχρονιάτικο δώρο, ψητές σαρδέλες!
Τα συσσίτια ήταν ένας καθιερωμένος θεσμός που έσωσε από το θάνατο χιλιάδες ανθρώπους. Μόνο το Πατριωτικό Ίδρυμα μοίραζε καθημερινά στην Αθήνα 190.000 μερίδες φαγητού, όπως μπομποτάλευρο, που ονομαζόταν "κουρκούτι" ή "μπαζίνα".


Το κουρκούτι το χρησιμοποιούσαν με διάφορους τρόπους.
Άλλοι το έκαναν σκορδαλιά, άλλοι πουτίγκα με σταφίδες,άλλοι κέικ ή πολέντα και οι περισσότεροι σπανακόπιτα.



Τα όσπρια, το μπομποτάλευρο, το πλιγούρι, οι πατάτες, τα χαρούπια και τα χόρτα έγιναν οι βασικές τροφές των Ελλήνων.
Για τους περισσότερους κατοίκους πόλεων, η κατανάλωση του σταρένιου ψωμιού, το κρέας, το ψάρι, τα θαλασσινά και τα γαλακτοκομικά, εκμηδενίστηκαν. Ακόμα και το λάδι έγινε είδος πολυτελείας και πουλούνταν στη μαύρη αγορά.

Τα χρόνια της πείνας άρχισαν να χρησιμοποιούνται και "νέα" λαχανικά, που πριν δεν τρώγονταν, όπως τσουκνίδες, λαχανίδες, πατατόφλουδες και μολόχες.
Ήταν η μόνη τους επιλογή.
Το σταρένιο, το αληθινό ψωμί, φτιαχνόταν από οτιδήποτε διαθέσιμο: μπομποτάλευρο, κριθάρι, βραστή πατάτα, ξυλοκέρατα δηλαδή χαρούπια, σκουπόχορτο, βελανίδια αλεσμένα, λούπινα βρασμένα, ρόβη, ακόμη και τσίπουρα.
Το σταρένιο, το αληθινό ψωμί, αν είχαν, το έδιναν στο γιατρό, το δάσκαλο, την παραδουλεύτρα, αντί για λεφτά.
"Ελιές και μισό καρβέλι χωμί ήταν η αμοιβή ενός γιατρού για μια εγχείρηση σκωληκοειδίτιδος"!
Στις εφημερίδες της εποχής παρουσιάστηκαν συμβουλές, πώς να μαζεύονται τα... ψίχουλα για να χρησιμοποιούνται στη μαγειρική. Στην αρχή, ο πολύς κόσμος το πήρε στ΄΄΄ αστεία... Όσοι όμως το δοκίμασαν είδαν ότι σε μια βδομάδα γέμιζαν ένα σακουλάκι!

Το Μάιο του 1941 επιβλήθηκε "δελτίο" στο ρύζι, το λάδι, τη ζάχαρη και το κρέας.

Οι μαυραγορίτες πουλούσαν γάτες για κουνέλια, αλογίσιο και γαϊδουρίσιο κρέας για βοδινό, σκυλίσιο για αρνάκι...
