Στα παιδιά που δεν σταματούν να ονειρεύονται και να προσπαθούν για ένα καλύτερο μέλλον...

Χάρης- Ε1
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί που τον έλεγαν Γιώργο.
Κάποτε αρρώστησε πολύ βαριά και όλοι οι φίλοι του έκαναν τα πάντα για να τον κάνουν καλύτερα.
Φίλος 1: Α! το βρήκα θα κάνουμε όλοι αστείες γκριμάτσες!
Αυτό δεν τον έκανε καθόλου να γελάσει ή να αισθανθεί λίγο καλύτερα.
Φίλος 2: Προτείνω να τον πάμε μία βόλτα
Ούτε αυτό τον ευχαριστούσε τον Γιώργο καθώς ένιωθε πολύ κουρασμένος.
Φίλος 3: Α! Το βρήκα! Θα σε πάμε στον ιερό ναό της Αγίας Κυριακής και θα ανάψουμε ένα κεράκι και θα παρακαλέσουμε να σε ευλογήσει ο Χριστός.
Μετά από λίγες μέρες η υγεία του Γιώργου βελτιώθηκε και έγινε πολύ καλύτερα.
Παράλληλα πρέπει να αναφέρω ότι οι φίλοι προσεύχονταν και έκαναν καλές πράξεις γύρω τους κατά τη διάρκεια που ο Γιώργος ήταν βαριά άρρωστος. Δεν περίμεναν ανταπόδοση ή ανταμοιβή από αυτή τη συμπεριφορά προς τον συνάνθρωπο.
Όμως ήταν κάτι που τους ευχαριστούσε και τους έκανε λίγο να ξεχνιούνται και να φέρνουν στο μυαλό τους τις όμορφες στιγμές που είχαν με τον φίλο τους τον Γιώργο λίγο παλιότερα. Φαίνεται η αγάπη προς τον συνάνθρωπο και οι προσευχές να λειτούργησαν όμορφα και στον ίδιο τον Γιώργο που μάθαινε ότι οι φίλοι του τον σκέφτονταν και τον αγαπούσαν.


Θεοφανία - Ε΄ 2
Μια μαγική ιστορία στο πανέμορφο λιβάδι
Ήταν κάποτε ένα λιβάδι. Αυτό το λιβάδι ήταν το ομορφότερο λιβάδι απ’ όλα, είχε κάθε λογής χρώματα και αρώματα. Εκεί ζούσαν διάφορα πανέμορφα λουλούδια όπως ζουμπούλια, μαργαρίτες, ορτανσίες παπαρούνες και άλλα. Συνήθως όταν κάποιος περνούσε έλεγε «τι όμορφο λιβάδι είναι αυτό εδώ, έχει τόσα πολλά χρώματα και αρώματα που δεν μπορείς να μην τα μυρίσεις».
Το λιβάδι αυτό όμως είχε τις ιδιαιτερότητες του. Τα ζουμπούλια είχαν σκούρο μωβ χρώμα, αλλά πάντα όταν έδυε ο ήλιος αλλάζανε χρώμα σε ανοιχτό μωβ. Οι παπαρούνες είχαν και αυτές χρώμα και ήταν το κόκκινο αλλά η ιδιαιτερότητα τους δεν ήταν αυτή ήταν ότι χόρευαν όλο το βράδυ. Οι ορτανσίες άνθιζαν όποτε περνούσε μια πεταλούδα με κιτρινωπό χρώμα. Επίσης τα λουλούδια όλα μαζί είχαν το χάρισμα να μιλάνε και να λένε ιστορίες μεταξύ τους. Οι μαργαρίτες είχαν την ικανότητα να παίζουν κλασικά μουσική. Ο πιο εντυπωσιακός από όλα ήταν ο Ιβίσκος, που τα χρώματά του ήταν άσπρο και κόκκινο.
Όλα αυτά συνέβαιναν κάθε Άνοιξη. Τα λουλούδια περνούσαν υπέροχα όλα μαζί, κυλιόντουσαν στο γρασίδι, ζωγράφιζαν στα δέντρα και έκαναν διαγωνισμό χορού και τραγουδούσαν.
Μια μέρα ο Ιβίσκος σκέφτηκε να τους πει μια ιστορία, την πιο σημαντική ιστορία της ζωής του και τους έκανε μια ανακοίνωση: «Να έρθετε όλοι σήμερα στο σπίτι μου στις 6:00μμ για να σας αφηγηθώ μια ιστορία, αλλά όχι μια οποιαδήποτε ιστορία, μια ιστορία της θρησκείας των ανθρώπων και συγκεκριμένα των Χριστιανών». Όλα τα λουλούδια άκουσαν τον Ιβίσκο και συμφώνησαν να ακούσουν τη μαγευτική ιστορία του. Όταν η ώρα πήγε 6:00μμ όλα τα λουλούδια πήγαν στο σπίτι του Ιβίσκου. Αφού έφτασαν εκείνος τα φιλοξένησε με μεγάλη χαρά. Τότε όλα τα λουλούδια κάθισαν να ακούσουν την ιστορία. Μόλις ο Ιβίσκος άρχισε την αφήγηση του όλοι σώπασαν.
Ήταν κάποτε ο Ιησούς από την Ναζαρέτ και διηγήθηκε μια ιστορία: «Ένας νέος άνθρωπος ήθελε να κάνει ένα μακρινό ταξίδι και εκείνος όλο περπατούσε
και περπατούσε και τελικά δεν ήταν καθόλου τυχερός, γιατί δύο άλλοι άνθρωποι εμφανίστηκαν από το πουθενάκαι του πήραν τα χρήματα, τον χτύπησαν και τον άφησαν στο δρόμο. Τότε πέρασε από εκεί ένας ιερέας αλλά όταν τον είδε τον προσπέρασε με αδιαφορία. Την άλλη μέρα πέρασε ένας Λευίτης, που δούλευε στο Ναό αλλά και αυτός έκανε ακριβώς το ίδιο. Στη συνέχεια πέρασε ένας Σαμαρείτης. Ο νέος όμως ο άνθρωπος ήταν Ισραηλίτης και οι Ισραηλίτες ήταν εχθροί με τους Σαμαρείτες και κατάλαβε πως δεν θα τον βοηθήσει, όμως εκείνος έκανε το αντίθετο. Τον βοήθησε και όταν πήγε κοντά του ένιωσε αγάπη, ευσπλαχνία, συμπόνια και προσφορά. Τον περιποιήθηκε και του έδεσε τις πληγές, τον ανέβασε στο γαϊδουράκι του, τον πήγε σε ένα πανδοχείο και τον φρόντισε.
Την άλλη μέρα έπρεπε να πάει σε μια δουλειά. Έδωσε στον πανδοχέα δύο ασημένια νομίσματα και του είπε: «Φρόντισέ τον και όσα ξοδέψεις εγώ όταν γυρίσω θα σε πληρώσω ».
Όταν ο Ιβίσκος τελείωσε την ιστορία του όλα τα λουλούδια συγκινήθηκαν, τα άγγιξε τόσο πολύ αυτή η ιστορία που έτρεξαν από τα μάτια τους δάκρυα και υποσχέθηκαν μεταξύ τους όποιες κι αν ήταν οι διαφορές τους πάντα θα φρόντιζαν και θα βοηθούσαν ο ένας τον άλλο.

Παναγιώτης Π. - Ε΄ 1
«Η ΓΛΥΚΙΑ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ»
Μια φορά ήταν ένας πατέρας με δύο γιους, τον Χρήστο και τον Γιάννη, που ήταν πολύ πλούσιοι. Είχαν ζαχαροπλαστεία σε μια μικρή πόλη. Μια μέρα, ο Γιάννης ζήτησε τη μισή περιουσία από τον πατέρα του.
«Πατέρα, θέλω τη μισή περιουσία σου».
«Τι τη χρειάζεσαι;»
«Θα πάω στη μεγάλη πόλη να ανοίξω εκεί ένα ζαχαροπλαστείο».
Ο πατέρας στεναχωρήθηκε, αλλά του έδωσε στο τέλος τα χρήματα. Εκείνος όμως πήγε διακοπές, γιατί νόμιζε ότι ήταν πολύ νωρίς για να ανοίξει το ζαχαροπλαστείο. Στις διακοπές του πήγε σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο με πισίνα και μεγάλα δωμάτια. Ήταν πολύ ωραία εκεί και έμεινε για ένα μήνα. Όταν έφυγε είχε ξοδέψει το ένα τρίτο από την περιουσία που του έδωσε ο πατέρας του.
Ύστερα, πήγε στην πόλη αλλά αποφάσισε να ξοδέψει την περιουσία που του είχε μείνει για να αγοράσει μια έπαυλη με όλες τις ανέσεις, ένα πολύ ακριβό αυτοκίνητο και πάρα πολλά κοστούμια.
Μια βδομάδα αργότερα, άνοιξε το ζαχαροπλαστείο του με ότι λεφτά του είχαν μείνει. Δυστυχώς δεν είχε αρκετά χρήματα και έτσι το ζαχαροπλαστείο του ήταν σαν ένα χρωματιστό κουτί με μια πόρτα. Είχε μόνο τρεις πάγκους με γλυκά που δεν ήταν και τόσο ωραία γιατί βαριόταν να φτιάξει όμορφα και νόστιμα γλυκά.
Το ζαχαροπλαστείο του, η «Γλυκιά Συγχώρεση» δεν είχε πελάτες και στο τέλος έκλεισε. Ο Γιάννης χρωστούσε πολλά λεφτά στους εργάτες του, γι’ αυτό δούλευε πια για αυτούς, για να τους ξεπληρώσει. Μετά από λίγους μήνες αποφάσισε να γυρίσει πίσω στο σπίτι του. Ήταν πολύ λυπημένος και ντροπιασμένος.

Μόλις τον είδε ο πατέρας του, πρώτα τον μάλωσε λίγο. Ύστερα όμως τον αγκάλιασε σφιχτά και είπε να ετοιμάσουν το τέλειο πάρτι για το γιο του που είχε γυρίσει. Τόσο καιρό ανησυχούσε γιατί νόμιζε ότι είχε χαθεί. Ακούγοντας όλη αυτή τη φασαρία, ο μεγάλος αδερφός, ο Χρήστος, πήγε να δει τι συμβαίνει.
Όταν είδε το πάρτι θύμωσε και είπε στον πατέρα του:
«Εγώ δουλεύω όλη μέρα στα μαγαζιά και σε υπηρετώ σαν δούλος και δεν μου έχεις κάνει ούτε ένα πάρτι, ενώ σε αυτόν που σου έφαγε την περιουσία του κάνεις το καλύτερο πάρτι;».
«Νόμιζα ότι είχε χαθεί ή είχε πεθάνει. Χάρηκα τόσο που γύρισε!»
«Είναι άδικο!»
Ο πατέρας του όμως είπε ότι ήταν δίκαιο να γιορτάσουν τώρα που γύρισε ο Γιάννης και ήταν καλά. Του είπε πως πρέπει να μάθει να συγχωρεί γιατί ο Θεός μας δίδαξε να συγχωρούμε και να αγαπάμε ο ένας τον άλλο, όπως και αυτός εμάς.
Κωνσταντίνος - Ε΄ 2
Μια φορά κι έναν καιρό εκεί που ζούσαν οι άνθρωποι ήρεμα κι ωραία, εξωγήινοι εισέβαλαν στην γη. Οι εξωγήινοι μόλις προσεδαφίστηκαν, είδαν πεταμένο κάτω έναν πάπυρο που έγραφε μία ιστορία. Αφού τον πήρανε στα χέρια τους και τον ανοίξανε είδανε ότι ο τίτλος της ιστορίας ήτανε: «Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη». Επειδή ήθελαν να μάθουν τι έγραφε ο πάπυρος, άρχισαν να τον διαβάζουν.
Ο πάπυρος έγραφε: Μια φορά κι έναν καιρό ένα παιδί με τον μπαμπά του, πηγαίνανε μέρα παρά μέρα να δούνε τα πουλιά. Επειδή σχεδόν πάντα έβλεπαν ξένους, ο μπαμπάς έλεγε στο παιδί του: «Παιδί μου, μην πλησιάζεις ποτέ τους ξένους, ειδικά τους Σαμαρείτες.».
Μια μέρα όταν το παιδί μεγάλωσε κι έγινε άντρας αποφάσισε να ταξιδέψει. Αφού προχωρούσε στον δρόμο βρήκε έναν ιερέα που ο οποίος χρειαζόταν βοήθεια, κι έναν λευίτη που χρειαζόταν επίσης βοήθεια. Αφού βοήθησε τους ισραηλίτες συμπατριώτες του συνέχισε το ταξίδι. Στον δρόμο συνάντησε μερικούς ξένους οι οποίοι του έκλεψαν τα χρήματα και παραλίγο να τον σκοτώσουν. Μετά τον παράτησαν σε ένα μικρό φαράγγι και έφυγαν. Μετά από λίγες ώρες από το φαράγγι πέρασε ο ιερέας που είχε βοηθήσει ο ταξιδιώτης, όμως ο ιερέας δεν τον βοήθησε. Λίγα λεπτά μετά πέρασε κι ο λευίτης που είχε βοηθήσει ο ταξιδιώτης, αλλά ούτε ο λευίτης τον βοήθησε. Λίγες στιγμές μετά εμφανίστηκε ένας Σαμαρείτης.
Ο ταξιδιώτης που νόμιζε πως ήταν συμπατριώτης του ετοιμάστηκε να φωνάξει «Βοήθεια», όμως όταν είδε ότι δεν ήταν ισραηλίτης και ότι ήταν Σαμαρείτης είπε ότι τίποτα δεν τον έσωζε.

Όμως όταν τον είδε ο Σαμαρείτης τον βοήθησε. Τον φρόντισε και μετά τον πήγε στο πιο κοντινό πανδοχείο. Εκεί συνέχισε να τον φροντίζει. Την επόμενη μέρα ο Σαμαρείτης έπρεπε να πάει στην δουλειά του. Έδωσε μερικά χρήματα στον πανδοχέα κι έφυγε. Αφού συνέβη πολλές φορές αυτό μια μέρα στο πανδοχείο ήρθαν ο ιερέας κι ο λευίτης. Όταν είδαν ότι τον βοηθούσε ένας Σαμαρείτης ντράπηκαν πολύ. Αυτή είναι η ιστορία του ταξιδιώτη.
Μόλις διάβασαν αυτή την ιστορία οι εξωγήινοι κατάλαβαν ότι πρέπει να δείχνουν αγάπη σε όλους ακόμα και στους εχθρούς τους. Τώρα πια ήθελαν να συμφιλιωθούν με τους ανθρώπους και να μην πολεμάνε μαζί τους.
Στέβη - Ε΄ 2
Ο καλός Σαμαρείτης
Μια φορά και έναν καιρο, σε ένα απόμακρο χψριο της καλαμάτας ζούσε ένα ορφανό κοριτσάκι με τη γιαγιά του. Δεν είχαν πολλά χρήματα αλλά αγαπούσε πολύ το σχολείο και όταν μεγάλωνε ήθελε να σπουδάσει και να κάνει οικογένεια.
Στο σχολείο δεν είχε κανέναν φίλο, όλοι την κορόιδευαν επειδή η γιαγιά της της έβαζε ένα κουλουράκι για κολατσιό. Τις περισσότερες φορές της το έριχναν κάτω και δεν είχε φαγητό. Όμως ντρεπο΄ταν να το πει στη γιαγιά της γιατί ήταν πολύ φτωχή.
μετά από λίγο καιρο για καλή της τύχη, ήρθε ένα καινούργιο κοριτσάκι και επειδή ήταν πολ΄υ πλούσιο έκανε γρήγορα πολλούς φίλους. Η Μαρία, το πλούσιο κοριτσάκι, έκανε φίλη της την Άννα, έτσι έλεγαν το φτωχό κοριτσάκι. Και επειδή δεν είχε φαγητό, η Μαρία της έδινε κάθε μέρα μισό κομμάτι τυρόπιτα και λίγο φυσικό χυμό πορτοκάλι.
Σιγά- σιγά η μικρή Άννα έκανε πολλούς φίλους στο σχολείο και αγάπησε πολύ τα μαθήματα. Μάλιστα η οικογένεια της μαρίας δάνεισε μερικά χρήματα στην οικογένεια της Άννας.
Η οικογένεια της Άννας μπόρεσε και αγόρασε φαγητό, ρούχα και βιβλία. Η Άννα έγινε πολύ καλή μαθήτρια αλλά η Μαρία παρόλο που ήταν πλούσια δεν ήταν καλή μαθήτρια.
Η Άννα όμως δεν ξέχασε αυτά που της είχε κάνει πιο παλιά και την βοήθησε να γίνει καλύτερη στα μαθήματα και να καταφέρει να περάσει το Δημοτικό. Η Άννα όταν το έκανε αυτό ένιωσε ευσπλαχνία, συμπονοια και προσφορά απέναντι στη φίλη της, η ποία πέρασε το Δημοτικό, και βοηθούσαν η μια την άλλη στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο.
Η Άννα σπούδασε ιατρική και η Μαρία δικηγόρος και ζήσαν αυτές καλά και εμείς καλύτερα!!!



