Μια ιστορία χαράς και φιλίας

Η ανακοίνωση το έλεγε καθαρά:
"Την Κυριακή, στο Πάρκο του Ήλιου, θα γίνει η γιορτή του χαρταετού!"
Στη μικρή πολιτεία οι λιγοστοί κάτοικοί της περίμεναν τη γιορτή με περίσσια χαρά. Έπρεπε λοιπόν να ετοιμαστούν. Η κατασκευή του χαρταετού μπορεί να μοιάζει εύκολη υπόθεση, η επιτυχία στο πέταγμά του όμως δεν είναι εξασφαλισμένη. Γι’ αυτό όλοι θα έβαζαν τα δυνατά τους.


Το βιβλιοπωλείο θα έφερνε τα χαρτιά. Σε όλα τα χρώματα, λεπτά και ελαφριά.
Το εμπορικό θα έφερνε την κόλλα. Διάφανη, να στεγνώνει γρήγορα.
Σπάγκο είχε αρκετά καρούλια στην αποθήκη. Δε χρειαζόταν να κάνει παραγγελία.
Βλέπετε η μικρή πολιτεία ήταν μακριά από τη μεγάλη πόλη. Ανάμεσά τους υπήρχαν ψηλά βουνά κι οι δρόμοι έκλειναν εύκολα. Οι άνθρωποι που ζούσαν πια εδώ ήταν λιγοστοί. Τι να κάνουν κι οι έμποροι; Λιγοστό το εμπόρευμα που είχαν στα ράφια τους. Μόνο τ’ απαραίτητα. Έτσι όλοι περίμεναν την παραγγελία για ν' αρχίσουν τις κατασκευές.

Οι μπαμπάδες τα απογεύματα πήγαιναν στο ποτάμι και μάζευαν καλάμια. Διάλεγαν τα ίσια και λεπτά.
Κι η πιτσιρικαρία ακολουθούσε γεμάτη ενθουσιασμό. Δε φώναζαν, δε μάλωναν. Μόνο μιλούσαν. Μιλούσαν ακατάπαυστα. Έκαναν σχέδια, ζωγράφιζαν με τα λόγια, όσα το μυαλό είχε ήδη κάνει εικόνες. Και κάθε φορά η καινούρια ιδέα που έπεφτε στην ομήγυρη ήταν σαν σβηστήρα. Όλο και κάτι διόρθωνε, κάτι έσβηνε από την προηγούμενη. Κι ερχόταν ένα αόρατο μολύβι και συμπλήρωνε το κενό. Κι όσο πλησίαζαν οι μέρες τόσο τα σχέδια ήταν ομορφότερα.


Ώσπου η είδηση έπεσε σαν ηλεκτρική εκκένωση.
-Ήρθαν, τα υλικά ήρθαν!
Το μεγάλο φορτηγό στάθηκε στη μέση του μεγάλου δρόμου. Ρολά με χαρτί ξεφορτώθηκαν στο βιβλιοπωλείο. Βάζα με κόλλα στο μεγάλο εμπορικό.
Όλοι ξεχύθηκαν στην πλατεία, εκεί που ήταν το μεγάλο εμπορικό και το μικρό βιβλιοπωλείο. Μπήκαν με τη χαρά ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους και βγήκαν με την ψυχή τους γεμάτη ενθουσιασμό. Τώρα ξεκινούσαν πραγματικά οι ετοιμασίες.
Η ανακοίνωση το έλεγε καθαρά:
"Γιορτή του χαρταετού", όχι, "διαγωνισμός'!
Έτσι κανείς δεν έκρυβε από τον άλλο τα σχέδια και τις ιδέες του. Κανείς δε φοβόταν μη τυχών και του κλέψουν την αυθεντικότητα της δημιουργίας του. Πολλοί είχαν ήδη αποφασίσει να δουλέψουν μαζί. Άλλοι να φτιάξουν από κοινού ένα χαρταετό, άλλοι να φτιάξει ο καθένας τον δικό του αλλά δουλεύοντας μαζί.

Το απόγευμα της Παρασκευής όλοι ήταν σκυμμένοι πάνω από ένα πάγκο εργασίας.
Έκοβαν και κολλούσαν, άπλωναν σπάγκους και ζωγράφιζαν με πινέλα. Οι μπαμπάδες καθάριζαν τα καλάμια, οι μαμάδες σχεδίαζαν τα χαρτιά, τα παιδιά ακολουθούσαν τις οδηγίες των μεγάλων.

Το πρωί της Κυριακής όλα θα έπρεπε να ήταν έτοιμα κι έτσι όλοι δούλευαν σαν μελίσσι. Σε μια τόσο μικρή πόλη οι ευκαιρίες για γιορτή δε χάνονται! Όλοι άφησαν για λίγες ώρες τη δουλειά τους στην άκρη κι έπιασαν τα χαρτιά και τις κόλλες, τα καλάμια και τους σπάγκους. Μα πάνω απ’ όλα βρέθηκαν μαζί με γέλια και πειράγματα. Έδωσαν τις καλύτερες ιδέες τους κι έβαλαν το μεγαλύτερο μεράκι τους για να κατασκευάσουν ό,τι πιο όμορφο μπορούσαν για τη γιορτή της Κυριακής στο Πάρκο του Ήλιου της μικρής τους πόλης.


Κι η μέρα της γιορτής ήρθε. Ζεστές λαμπερές οι ακτίνες του ήλιου μπήκαν από τα παράθυρα στα δωμάτια των σπιτιών. Τα μάτια άνοιξαν νωρίς κι ας ήταν Κυριακή. Η χαρά της γιορτής δεν άφηνε κανέναν να ησυχάσει. Σε λίγο μόνο οι χαρταετοί θα ήταν ακόμα πλαγιασμένοι στους τοίχους των σπιτιών περιμένοντας τη στιγμή που τα χέρια των μικρών παιδιών θα τους έπαιρναν και θα τους έστελναν στον ουρανό.
Φωνές, γέλια , πειράγματα πλημμύρισαν από νωρίς τους δρόμους. Σαν στρατιώτες της χαράς με πολύχρωμες ασπίδες τους χαρταετούς τους παρέες-παρέες μικροί και μεγάλοι όδευαν από κάθε μεριά της πόλης προς το Πάρκο του Ήλιου.
Ελαφρό αεράκι φούσκωνε τα πουκάμισα και τα μπλουζάκια. Ιδανικό για το πέταγμα των χαρταετών δρόσιζε τα πρόσωπα και ευχαριστούσε μικρούς και μεγάλους.

Και σιγά σιγά άπλωναν οι ουρές, και τέντωναν τα γκέμια, και ξετυλίγονταν οι σπάγκοι. Όλοι με τη σειρά και κανένας μόνος του. Τώρα του Νικόλα και μετά της Νιλιουφέρ κι ύστερα του Γιοχάν και της Άλεξ και μετά της Βίκυς και μετάΌλοι με τη σειρά, όλοι μαζί. Άλλος να απλώνει κι άλλος να τεντώνει. Κι ο αγέρας να φυσά ελαφρά και να παίρνει τα γέλια μακριά, να τα απλώνει μέσα στα στενά δρομάκια της μικρής πόλης, να περνά ανάμεσα από τα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών, να τα φέρνει στις αυλές και από κει να τα ανεβάζει μαζί με τα χρώματα των χαρταετών ψηλά στον ουρανό.


Ψήλωναν οι χαρταετοί, ψήλωναν και χόρευαν. Κι από κάτω δεκάδες ζευγάρια μάτια τους ακολουθούσαν στο λίκνισμα τους. Όσο οι χαρταετοί χόρευαν στον ουρανό τόσο πλάταινε το χαμόγελο στα πρόσωπα των παιδιών. Κι οι σπάγκοι άλλαζαν χέρια, κι η χαρά περνούσε από τον έναν στον άλλον.
Μόνο ο Ρένος δεν άφηνε τον σπάγκο του. Τον κρατούσε και τον έσφιγγε στη χούφτα του. Εκείνος δούλεψε μόνος του. Δε θέλησε να μοιραστεί τον κόπο του, δε μοιράζεται τώρα και τη χαρά του. Ήξερε καλά την τέχνη του χαρταετού. Ήξερε και την κατασκευή και το πέταγμα. Και τώρα χαμογελούσε και χαιρόταν διπλά γιατί ο δικός του είχε ξεφύγει από τους άλλους. Ανέβαινε κι ανέβαινε ώρα τώρα. Μια τέντωνε, μια αμολούσε την καλούμπα του. Και τώρα που φαινόταν σαν κουκίδα στο στερέωμα άρχισε να τα πειράγματα και τις ειρωνείες.

-Χα χα!! Πόσο πίσω είστε ακόμα! Πόσο δρόμο έχετε ακόμα να κάνετε!
Στην αρχή κανένας δε του έδωσε σημασία κι όλοι συνέχισαν να γελούν και να μοιράζονται τη χαρά τους.
Ο Ρένος όμως δε το έβαλε κάτω.

Σαν το δικό μου χαρταετό δεν είναι κανένας!
Κοίταζε ψηλά και νόμιζε πως ψήλωνε κι εκείνος. Κι όσο το βλέμμα του ψήλωνε, τόσο και τα πόδια του μάκραιναν κι ο Ρένος νόμιζε πως είχε γίνει 2, 3, 4 μέτρα ψηλός κι έβλεπε τους άλλους από πάνω. Τους έβλεπε θαρρείς με τα μάτια του χαρταετού του μικρούς, τόσους δα μικρούληδες. Εκείνος ήταν ο πρώτος, ο καλύτερος, ο μοναδικός. Τι σημασία είχε που ήταν μόνος! Ήταν ο καλύτερος!
Αυτά σκεφτόταν ο Ρένος και ήταν σαν να πατούσαν τα πόδια του στη γη αλλά το κεφάλι του να ακουμπούσε στα σύννεφα.


Και τότε στο Πάρκο του Ήλιουτης μικρής πόλης έγινε κάτι παράξενο. Οι πολύχρωμοι χαρταετοί έχασαν τα χρώματά τους κι άρχισαν να λάμπουν στο φως του ήλιου. Κι όχι μόνο αυτό! Έγιναν σαν τα ηλιοτρόπια κι άρχισαν να γέρνουν τα πρόσωπά τους προς τα κάτω αναζητώντας τα πρόσωπα των παιδιών. Και τότε αντί για χαρτί η επιφάνειά τους έγινε καθρέπτης που τα παιδιά έβλεπαν μέσα τα πρόσωπά τους. Έβλεπαν το πλατύ χαμόγελό τους. Το ένα δίπλα στο άλλο, κρατώντας τους σπάγκους των χαρταετών, τα παιδιά μια κοίταζαν τον εαυτό τους στον χαρταετό-καθρέπτη, μια τους φίλους τους που στεκόταν δίπλα τους.
Κι όσο τους κοίταζαν, τόσο πλάταινε και γλύκαινε το χαμόγελό τους. Δε χόρταιναν να βλέπουν. Έβλεπαν τα λαμπερά από τη χαρά μάτια τους. Έβλεπαν το πλατύ χαμόγελο στα χείλη τους. Έβλεπαν τη χαρά ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Έβλεπαν και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Κι όσο κοιτούσαν προς τους χαρταετούς, τόσο η χαρά τους φώτιζε περισσότερο τα πρόσωπά τους. Σαν μικροί ήλιοι έλαμπαν το χαμόγελα πάνω στους χαρταετούς-καθρέπτες.

Μόνο ο Ρένος δε μπορούσε να δει το πρόσωπό του. Ο χαρταετός του είχε φύγει τόσο ψηλά που χάθηκε στα σύννεφα. Εκείνος έβλεπε μόνο μια μαύρη κουκίδα στον ουρανό. Γύριζε το βλέμμα του παραδίπλα και κανείς δε στεκόταν δίπλα του. Είχε απομακρυνθεί από τα υπόλοιπα παιδιά. Δεν ήθελε ο χαρταετός του να μπλεχτεί με τους άλλους. Εκείνος τον είχε φτιάξει μόνος του και μόνος του κατάφερε να τον σηκώσει τόσο ψηλά. Έβλεπε όμως τα χαμόγελα των άλλων, άκουγε το γέλιο κι ένιωθε τη χαρά τους. Όσο κι αν προσπάθησε δεν κατάφερε να δει το πρόσωπό του στον χαρταετό του.

Ο σπάγκος τραβούσε τώρα πολύ. Τραβούσε και του έκοβε το χέρι. Το κουβάρι του είχε ξετυλιχτεί κι ο σπάγκος είχε τελειώσει. Και το χέρι του τώρα πονούσε. Πονούσε πολύ, γιατί ο σπάγκος του έκοβε την παλάμη. Ο χαρταετός του είχε βαρύνει κι η απόσταση απαιτούσε όλο το κουβάρι του σπάγκου. Άδικα προσπαθούσε να το κρατήσει στο χέρι του. Για μια στιγμή κατέβασε τα μάτια του κι έστρεψε το βλέμμα του δίπλα του. Τώρα δεν ήταν ψηλός, δεν ακουμπούσαν τα μαλλιά του στα σύννεφα. Τώρα ήταν ίσος με τους φίλους του. Ο πόνος στην παλάμη του μεγάλωνε. Χωρίς να το καταλάβει χαλάρωσε τα δάχτυλά του κι άφησε το σπάγκο. Κοίταξε την παλάμη του. Ο σπάγκος τον είχε χαράξει βαθιά.

Πονούσε και θύμωνε. Τα μάτια του δεν έλαμπαν πια από χαρά αλλά από τα δάκρυα που είχαν πλημμυρίσει τις κόγχες από τον πόνο του χεριού του. Κατέβασε το θολωμένο του βλέμμα από τη μικρή μαύρη κουκίδα και τα χέρια του κουρασμένα πια έπεσαν κάτω.


-Έλα Ρένο, έλα! Πιάσε το κουβάρι. Έλα!
Μια γνώριμη φωνή σαν να τράβηξε το Ρένο από τη μοναξιά του.
Μια ζεστή χούφτα χώθηκε μέσα στη δική του. Τα δάχτυλα τυλίχτηκαν γύρω από την παλάμη του κι ένιωσε ένα απαλό τράβηγμα.

Έλα, πάμε.
Επανέλαβε η φωνή και το χέρι που είχε μπλεχτεί με το δικό του τον τράβηξε λίγο πιο δυνατά.
Άστραψε το πρόσωπο του Ρένου, έλαμψε το χαμόγελο του καθώς σήκωσε τα μάτια του ψηλά. Στο πληγωμένο του χέρι εναλλάσσονταν οι σπάγκοι των χαρταετών των φίλων του. Του περνούσαν ελαφρά τους σπάγκους με τη σειρά. Ο Ρένος είχε στηλώσει και πάλι τα μάτια στον ουρανό. Τώρα έβλεπε κι εκείνος το πρόσωπό του σε κάθε χαρταετό που του έδιναν να κρατήσει. Τώρα χαμογελούσε και η χαρά έλαμπε μέσα από την ψυχή του! Ναι, μαζί με τους φίλους του ήταν καλύτερα!


τέλος
