Με αγάπη
στα παιδιά του 9ου Νηπ. Θεσσαλονίκης
και σε όλα τα παιδιά του κόσμου ,
που αυτό το Πάσχα ..........Μένουν σπίτι.

Η ιστορία αρχίζει εδώ,
στην μικρή αποθήκη, μέσα στο χαρτόκουτο που γράφει με μεγάλα μαύρα γράμματα, “ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ”
Σε αυτό το χαρτόκουτο η κυρία Ολυμπία φύλαγε όλα τα χρειαζούμενα που στόλιζαν το σπίτι κάθε Πάσχα.







ΔΙΑΦΟΡΑ
ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ
ΠΡΑΓΜΑΤΑ


Ήταν εκεί ο άσπρος λαγός από πορσελάνη που καθόταν φαρδύς πλατύς επάνω στον ξύλινο μπουφέ, η πάνινη κοτούλα που στόλιζε το τραπέζι του σαλονιού,
..και το μεγάλο πασχαλινό καλάθι.
Αα... αυτό το καλάθι δεν ήταν σαν τα άλλα.

ΔΙΑΦΟΡΑ
ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ



Η κυρία Ολυμπία το είχε παραγγείλει στον κύριο Τάκη που έφτιαχνε ψάθινα καλάθια στην γειτονιά, όταν είχε πρωτοπαντρευτεί.
-«Μεγάλο να μου το κάνεις ,κυρ Τάκη,
μεγάλο το θέλω, για να βάζω μέσα όλα τα πασχαλινά τσουρέκια και τα κόκκινα αυγά»,
του είπε η κυρία Ολυμπία που ήταν νέα τότε.









καλώς την κυρία Ολυμπία
γεια σου κυρ Τάκη.Θέλω ένα καλάθι

Κι έτσι έφτιαξε ο κυρ Τάκης ένα μεγάλο καλάθι από καφέ ψάθα και του έβαλε και δύο γερά χερούλια για να το σηκώνεις.
Εκεί στερέωνε η κυρία Ολυμπία όμορφες κορδέλες και έβαζε μέσα κι ένα άσπρο πετσετάκι με κεντημένα πολύχρωμα λουλούδια.
Κι όταν έφτιαχνε τα μυρωδάτα τσουρέκια κάθε Πάσχα
τα έβαζε προσεκτικά στο πασχαλινό καλάθι ,το ακουμπούσε επάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας και το καμάρωνε.
Είχε ξεχωριστή θέση το καλάθι κάθε Πάσχα στο σπίτι ,γιατί μέσα του κρατούσε όλες τις όμορφες μυρωδιές , κι όλη την αγάπη της.
Και καμάρωνε η κυρία Ολυμπία και καμάρωνε και το καλάθι
που ήταν τόσο ξεχωριστό.



















τι ομορφο καλαθι!
-«Τι ωραία που έγιναν τα τσουρέκια σου
και φέτος Ολυμπία μου,
και τί όμορφα το στόλισες το καλάθι σου . Γειά στα χέρια σου»
έλεγαν οι φίλες της όταν ερχόταν στο σπίτι για να πιούν το καφεδάκι τους όλες μαζί .



















Ευχαριστώ!



μπραβο Ολυμπία μου
Και πέρναγαν τα χρόνια ,η Ολυμπία έγινε γιαγιά
και το καλάθι περίμενε υπομονετικά όλο το χρόνο μέσα στο χαρτόκουτο,
μέχρι να ‘ρθει το επόμενο Πάσχα.
-« Μα πήγαινε λίγο πιο πέρα βρε παιδί μου , με στρίμωξες έτσι όπως έπεσες επάνω μου» είπε στο λαγό που ήταν δίπλα του μέσα στο κουτί.
-«Δεν φταίω εγώ καημένε, η κοτούλα με σπρώχνει ,ορίστε πόσο κοντά μου είναι»
του απάντησε ο λαγός.
-« Ααα! Σταματήστε πια και οι δυο σας. Εδώ που είμαστε κλεισμένοι τί θέλετε να γίνει;Ευτυχώς πέρασε κιόλας ο καιρός, το Πάσχα φτάνει
και θα πάρει ο καθένας την θέση του» είπε η πάνινη κοτούλα.
-« Ευτυχώς δεν λες τίποτα, δεν μπορώ άλλο με εσάς τους δυο γκρινιάρηδες» απάντησε το καλάθι. «Μα να, ακούω βήματα , επιτέλους!"

ΔΙΑΦΟΡΑ





Πηγαίνετε πιο εκεί , με σκάσατε !







Και πριν προλάβει να τελειώσει την φράση του, χρατς ανοίγει το κουτί και δυο χέρια το σηκώνουν στον αέρα .
-«Ααα!! Ώστε εδώ κρύβονταν τα πασχαλινά πράγματα της μαμάς .Ευτυχώς τα βρήκα» φώναξε η φωνή.
-«Μα ποιανού είναι αυτή η φωνή» αναρωτήθηκε το καλάθι
« δεν είναι της γιαγιάς Ολυμπίας»
-«Βοήθεια , βοήθεια μπήκαν κλέφτες στην αποθήκη»
φώναξε δυνατότερα αλλά κανείς δεν το άκουγε,
γιατί όπως ξέρουμε όλοι και τα πράγματα έχουν φωνή
αλλά εμείς δεν μπορούμε να τα ακούσουμε.
-«Αλλά, μια στιγμή, την ξέρω αυτή τη φωνή. Είναι η Ελένη, η κόρη της γιαγιάς Ολυμπίας» ,είπε το καλάθι .«Μα που είναι η γιαγιά Ολυμπία ;»
-« Πως δεν το 'χα δει νωρίτερα το χαρτόκουτο;» φώναξε η Ελένη,
«για να δούμε, που είναι αυτός ο λαγός και η κοτούλα; Πρέπει να βιαστώ γιατί η μαμά τα περιμένει. Από τότε που ήρθε να μείνει μαζί μας, κάθε τρείς και λίγο μου ζητάει να της φέρνω πράγματα από το σπίτι της»
-«Ώστε η γιαγιά Ολυμπία έφυγε, πήγε να μείνει με την κόρη της.
Ε, τι να γίνει, δεν πειράζε,ι θα πάμε σε άλλο σπίτι»
σκέφτηκε το καλάθι και άρχισε να συλλογίζεται κιόλας ποιο τραπέζι θα στόλιζε στο καινούργιο του σπιτικό.
Γιατί όμως η Ελένη δεν το έβαζε κι αυτό μέσα στην σακούλα με τον λαγό και την κοτούλα; Γιατί αργούσε;


ΔΙΑΦΟΡΑ
ΠΑΣΧΑΛΙ
ΠΡΑΓΜΑΤ






Θέλω να έρθω μαζί σου







Δεν θα το πάρω αυτό το καλάθι
-«Τι είναι αυτό το καλάθι; Α, το θυμάμαι , η μαμά έβαζε μέσα τα αυγά, τα τσουρέκια και τα πασχαλινά κουλούρια . Χμμ! Μάλλον δεν θα το πάρω, είναι πολύ μεγάλο , δεν ταιριάζει και στο σπίτι»
είπε η Ελένη και έκανε να φύγει.
-«Εεεε!!. Είμαι κι εγώ εδώ !Τι εννοείς δεν θα με πάρεις μαζί σου; Η γιαγιά Ολυμπία με χρειάζεται , που θα βάλει τα τσουρέκια ;»
φώναξε με απελπισία το καλάθι.
-«Μμμ , ποιος φτιάχνει τσουρέκια πια, που χρόνος για τέτοια, και η καημένη η μαμά είναι πολύ μεγάλη πια για να ζυμώνει . Ευτυχώς υπάρχουν και τα ζαχαροπλαστεία»! είπε η Eλένη σαν να το είχε ακούσει.
«Είναι κρίμα όμως να το πετάξω , θα το βγάλω έξω από το σπίτι
και μπορεί να το πάρει κάποιος που το χρειάζεται» είπε .
και σε δυο λεπτά, βρέθηκε στην άκρη του δρόμου, ακουμπισμένο δίπλα στη εξώπορτα της πολυκατοικίας.
-«Eεε! Mην φεύγεις, μη μ’ αφήνεις εδώ, η θέση μου είναι στο σπίτι, όχι στο δρόμο» φώναξε με όλη του τη δύναμη, αλλά η Ελένη είχε μπει στο αυτοκίνητό της και είχε φύγει μακριά.



















-«Και τώρα τι θα απογίνω;»
αναρωτήθηκε κι όπως στεκόταν απελπισμένο στο πεζοδρόμιο, ένοιωσε ξαφνικά να το χτυπάει κάτι κρύο και δεύτερη και τρίτη φορά το ίδιο και σε λίγο χοντρές στάλες βροχής άρχιζαν να το μουσκεύουν.
-«Τι είναι αυτό» φώναξε τρομαγμένο το καλάθι. «Νερό από τον ουρανό!
Τι παράξενος που είναι ο κόσμος έξω!!»







-«Ειι , ψιτ , κύριε, τι φωνάζεις ;Βροχή είναι αυτό που πέφτει από τον ουρανό . Δεν έχεις ξαναδεί βροχή;» άκουσε μια φωνή να του λέει.
-«Ποιος μου μιλάει;» αναρωτήθηκε το καλάθι και προσπάθησε να δει.
-«Εγώ το μυρμηγκάκι, εδώ κάτω, στ’ αλήθεια δεν έχεις ξαναδεί βροχή; Από ποιο πλανήτη κατέβηκες εσύ; »είπε η φωνή και το καλάθι είδε δίπλα του, ένα μικρούλι μαύρο πλασματάκι να του μιλάει.
-«Όχι δεν ξαναείδα , που να δω. Εγώ είμαι ένα πασχαλινό καλάθι και η δουλειά μου είναι να αγκαλιάζω κουλουράκια και τσουρέκια, όχι να μιλάω στο δρόμο με μυρμηγκάκια» γκρίνιαξε το καλάθι και στριφογύρισε το χερούλι του με θυμό.
-«Πολύ γκρινιάρης είσαι», μουρμούρισε το μυρμήγκι , «πως σε λένε;».
-«Δεν ξέρω , δεν μου έχουν δώσει όνομα. Νομίζω, με λένε καλάθι».
-«Ε, τότε θα σου δώσω εγώ ένα όνομα . θα σε λέω Καλαθάκη» του είπε χαμογελώντας το μυρμήγκι κι έκανε να φύγει . «Φεύγω φίλε ,θα σε ξαναδώ
και μη φοβάσαι τη βροχή, το πολύ πολύ να σε μουσκέψει λίγο»





















-«Πρέπει να βρω έναν τρόπο να γυρίσω στο σπίτι» συλλογίστηκε ο Καλαθάκης
«μήπως να ζητήσω βοήθεια από αυτόν τον κύριο που έρχεται προς τα εδώ;»
κι ετοιμάστηκε να φωνάξει.
-«Μπα, τι βλέπω ένα πεταμένο καλάθι», είπε ο κύριος με το μεγάλο μουστάκι,
«για να το δω, δεν είναι πολύ καινούργιο αλλά φαίνεται γερό. Σίγουρα θα μου χρησιμέψει»
και χωρίς να το πολυσκεφτεί, το σήκωσε στα χέρια του και ξεκίνησε για το σπίτι.
























«Είναι ότι πρέπει για να βάλω τα παλιά μπουκάλια του κρασιού , στην αποθήκη»
είπε σαν έφτασε, και άρχισε να τα στοιβάζει ένα ένα μέσα στο καλάθι.
-«Πάλι μέσα στην αποθήκη βρέθηκα» κλαψούρισε ο Καλαθάκης,
«τι άτυχος που είμαι»












-«Καλώς ήρθες , γιατί κλαίς ;» άκουσε μια φωνίτσα να ‘ρχεται από μια τρύπα στον τοίχο και στο λεπτό αντίκρυσε μπροστά του ένα πλάσμα με αστεία μουσούδα.
-«Κλαίω γιατί εγώ είμαι ένα πασχαλινό καλάθι και θέλω να γυρίσω στο σπίτι ,δεν έχω καμμιά δουλειά εδώ σ' αυτή την αποθήκη παρέα μ αυτά τα.βρωμομπουκάλια.
Και ποιος είσαι εσύ, για να ‘χουμε το καλό ρώτημα;»
-«Είμαι ο Μίκυ το ποντίκι, μην στενοχωριέσαι θα σε βοηθήσω να φύγεις από δω» του είπε το ποντίκι
και μια και δυο, δίνει μια δαγκωνιά στο καλάθι και αρχίζει να το τραβάει προς την πόρτα.
Καθώς το έσερνε τα μπουκάλια άρχισαν να γλιστράνε και να κατρακυλάνε στο πάτωμα.













Ελεύθερο τώρα από το βάρος το ποντικάκι,
τραβούσε και τραβούσε τον Καλαθάκη
ώσπου τον έβγαλε έξω από την αποθήκη.
-«Σ’ ευχαριστώ Μίκυ , θα σε θυμάμαι, με λένε Καλαθάκη» του είπε
αλλά πριν προλάβει να τον αποχαιρετήσει.........







Σ'ευχαριστώ, Μίκυ
........αισθάνθηκε κάτι να τον σπρώχνει μακριά .
-«Μη χειρότερα , τι αφήνει ο κόσμος μέσα στη μέση του δρόμου!» ακούστηκε μια φωνή «Ένα παλιοκαλάθι»
-«Εεε! για πρόσεχε πως μιλάς ! δεν είμαι καθόλου παλιοκαλάθι.Είμαι ένα πασχαλινό καλάθι και είμαι πολύ ξεχωριστό» διαμαρτυρήθηκε ο Καλαθάκης , αλλά κανείς δεν τον άκουσε .
-«Παραλίγο να με κάνεις να πέσω» ακούστηκε η φωνή,
«η θέση σου είναι στα σκουπίδια» και με μια σπρωξιά
τον έσυρε πλάι στον μεγάλο κάδο.







Η βροχή είχε πια σταματήσει, ο ήλιος είχε βγει αλλά ο Καλαθάκης δίπλα στον κάδο με τα σκουπίδια ήταν πολύ στενοχωρημένος για να χαρεί τις ακτίνες του.
-«Δεν θα βρω ποτέ ένα σπίτι» ψιθύρισε,
«δεν θα είμαι ποτέ ξανά χρήσιμος το Πάσχα.
Τελικά , δεν είμαι και τόσο ξεχωριστός όσο νόμιζα» και αποφάσισε να περιμένει εκεί,
μέχρι να ‘ρθει το μεγάλο αυτοκίνητο που μαζεύει τα σκουπίδια, να τον μαζέψει κι αυτόν.






-«Μαμά, μαμά , κοίτα ένα ωραίο καλάθι! Γιατί το πετάξανε;»
άκουσε ξαφνικά ένα μικρό αγόρι να λέει στην μαμά του.
Ο Καλαθάκης σήκωσε και τα δυο χερούλια του και προσπάθησε να ακούσει καλύτερα.
-«Θα είναι μια χαρά για την Ασπρούλα την αδέσποτη γατούλα που ταΐζουμε. Θα ‘χει έτσι ένα ζεστό κρεβάτι για τα γατάκια της, που κοιμούνται στο χώμα.
Σε παρακαλώ μαμά , ας το πάρουμε»
-«Εντάξει Στρατή , νομίζω είναι μια χαρά» απάντησε η μαμά, θέλει βέβαια ένα καλό πλύσιμο, αλλά φαίνεται γερό. Θα του βάλουμε ένα μαξιλαράκι και θα φτιάξουμε κ ένα σπίτι για την Ασπρούλα.Θα είναι το Πασχαλινό της δώρο






μαμά θα το πάρουμε το καλαθι;















Ο Καλαθάκης αισθάνθηκε δυο χέρια να τον σηκώνουν απαλά.
Τα δύο χέρια του καθάρισαν τις βρωμιές,
του έδεσαν φιόγκους στα χερούλια,
του έβαλαν ένα μαλακό μαξιλαράκι και τον άφησαν στο μικρό ξύλινο σπιτάκι του κήπου.
Ο Καλαθάκης περίμενε.







Σε λίγο μια χνουδωτή γκρίζα μπαλίτσα ακούμπησε απαλά στο μαξιλάρι του.
Και μετά και δεύτερη και τρίτη.. ώσπου τρία γατάκια με την μαμά τους κουλουριάστηκαν επάνω στο μαλακό μαξιλαράκι.
Ο Καλαθάκης ήταν ευτυχισμένος ,
είχε βρει επιτέλους το σπίτι του.
Κι έτσι ζήσαν όλοι τους καλά κι ο Καλαθάκης καλύτερα.
,

















