

Ελάτε να σας ξεναγήσω στον αρχαιολογικό χώρο της Αναστασιούπολης.

Η θέση του παραλίμνιου δάσους περικλείει τον αρχαιολογικό χώρο της Αναστασιούπολης.

Το ιουστινιάνειο υδραγωγείο στα βόρεια της πόλης. Ταυτόχρονα, είχε χρήση προστατευτικού τείχους, που ενισχυόταν από οχυρωματικούς πύργους, για να ελέγχει την Εγνατία οδό.

Ελάτε να εντοπίσουμε τα μονογράμματα της εποχής των Παλαιολόγων στα τείχη της Αναστασιούπολης.


Γενική άποψη της βόρειας πύλης


Άποψη τετράγωνου πύργου στα ανατολικά της οχύρωσης





Η πύλη του λιμανιού στα νότια της Αναστασιούπολης




Ελάτε τώρα να σας διαβάσω την ιστορία ενός ταξιδιού που διαδραματίστηκε στα βυζαντινά χρόνια στην Αναστασιούπολη.
Ήταν ένα καλοκαιρινό πρωινό του 560 μ.Χ. Η ανατολή του ήλιου φώτισε την αγορά των Φιλίππων κι ένας ψηφιδοθέτης, ο Βασίλειος, μαζί με τον παραγιό του τον Κωνσταντίνο, είχαν ξεκινήσει το ταξίδι τους για την Κωνσταντινούπολη. Πήγαιναν εκεί για ν' αγοράσουν γυάλινες ψηφίδες. Τις χρειαζόταν ο Βασίλειος για το εργαστήρι του, αφού του είχαν τελειώσει. Ταξίδευαν στην Εγνατία οδό μ' ένα κάρο που το έσερναν δύο δυνατά άλογα.
Ο Βασίλειος το είχε ξανακάνει αυτό το ταξίδι, αλλά για τον μικρό Κωνσταντίνο ήταν η πρώτη φορά.
Ο Βασίλειος σκέφτηκε μην τύχει και πέσουν σε ληστές, γι' αυτό είπε στον Κωνσταντίνο:
- Πρέπει να βιαστούμε... Πρέπει να φτάσουμε στην Αναστασιούπολη πριν το ηλιοβασίλεμα.
Μόλις οΚωνσταντίνος άκουσε τα λόγια του αφεντικού του, χτύπησε δυνατά τα χαλινάρια και, φωνάζοντας, προέτρεψε τα άλογα να κινηθούν γρηγορότερα.
..................................................................................................
Ο ήλιος κόντευε να δύσει. Οι δυο ταξιδιώτες είχαν αφήσει πίσω τους τα μικρά κάστρα της Χριστούπολης, της Τοπείρου και της Ξάνθειας.
Η άμαξα του Βασιλείου είχε φτάσει κι όλας στη μεγάλη πύλη του υδραγωγείου της Αναστασιούπολης με τους δυο ψηλούς τετράγωνους πύργους,
Οι φρουροί τους σταμάτησαν και τους ρώτησαν ποιοι είναι, από πού έρχονται και πού πηγαίνουν. Αμέσως οι στρατιώτες τους έδειξαν τον δρόμο που οδηγούσε στη βόρεια πύλη της πόλης.
Μόλις έφτασαν στην είσοδο της πόλης, κατέβηκαν απ' το κάρο και, πεζοί, τραβώντας τα ζώα από τα γκέμια τους, βάδισαν στον δρόμο της αγοράς. Ένας γέρικος καφετής σκύλοςτους γάβγισε κι ακολούθησε το κάρο τους. Καθώς περπατούσαν, ο Κωνσταντίνος χάζευε τους διαβάτες και τα καταστήματα. Η πόλη είχε απ' όλα. Μπορούσε κανείς να ψωνίσει κρέας, πήλινα και γυάλινα αγγεία, παστά ψάρια, υφάσματα, δέρματα, κοσμήματα και πολλά άλλα.
Σε λίγη ώρα φτάσανε σ' ένα διώροφο χάνι, κοντά στην πύλη του λιμανιού, στη νότια πλευρά της πόλης. Τακτοποίησαν τα ζώα στον στάβλο και μετά μπήκαν στην ταβέρνα στο ισόγειο του πανδοχείου.
Κάθισαν σ' ένα μακρόστενο τραπέζι και παράγγειλαν ψαρόσουπα για τον Βασίλειο, μοσχαρίσιο πατσά για τον Κωνσταντίνο και κόκκινο μυρωδάτο ντόπιο κρασί. Ενώ περίμεναν να τους φέρουν το φαγητό, έπιασαν κουβέντα μ' έναν καπετάνιο που καθόταν στο διπλανό τραπέζι.

Τον έλεγαν Μιχαήλ κι είχε έρθει με το καράβι του από τη Θάσο, για να φορτώσει σιτάρι στην Αναστασιούπολη. Την άλλη μέρα θα έβαζε πλώρη για τη Χίο, για να το πουλήσει.
Αφού έφαγαν και χόρτασαν, ανέβηκαν στον πάνω όροφο να ξαποστάσουν. Έπρεπε να κοιμηθούν νωρίς, γιατί την άλλη μέρα τους περίμενε ένα μεγάλο και κουραστικό ταξίδι.
Το επόμενο πρωινό, πριν λαλήσουν καλά καλά οι πετεινοί, σηκώθηκαν και, αφού πλήρωσαν το πανδοχείο με πέντε φολλίδες, πήραν το κάρο τους και ξεκίνησαν.

Φολλίς Ιουστινιανού (527-565)
Επιγραφή:
Dominus Noster Iustinianus Perpetuus Augustus (ο Κύριός μας Μόνιμος Αύγουστος)
Πριν φύγουν πέρασαν από τον επισκοπικό ναό της πόλης, για ν' ανάψουν ένα κερί και να παρακαλέσουν τον Κύριο να τους βοηθήσει να φτάσουν καλά στον προορισμό τους.
Γέμισαν τα παγούρια τους με νερό από μια μεγάλη κρήνη που ήταν κοντά στην εκκλησία, πότισαν τα ζώα τους και συνέχισαν το ταξίδι τους για την Κωνσταντινούπολη.
