Εκπαιδευτικοί:
Μπαλούρη Δήμητρα (ΤΠΕ) Μιχάλη Ειρήνη (Αγγλικά)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Ρούντολφ το ελαφάκι. Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς ο Ρούντολφ ήταν μόνος του. Εκείνη την ημέρα είχε πολύ χιόνι και ο Ρούντολφ κρύωνε. Και δεν έβλεπε από την ομίχλη.
Καθώς περπατούσε έβλεπε ένα φώς. Περπατούσε όλη νύχτα και την άλλη μέρα βρέθηκε έξω από ένα μεγάλο κτίριο. Το οποίο ήταν το εργαστήρι του Αι –Βασίλη . Μετά από λίγο βγήκε έξω ένα ξωτικό και φώναξε τον Αι – Βασίλη. Εκεί είδαν τον Ρούντολφ και τον μάζεψαν μέσα στο εργαστήρι όπου έκανε ζέστη.
Ο Αι –Βασίλης τον είδε που ήταν δυνατό και τρανό ελάφι και έτσι τον έβαλε στο έλκηθρο με τους ταράνδους του. Ο Ρούντολφ πήρε μεγάλη χαρά που ο Άγιος-Βασίλης τον έβαλε στο έλκηθρο του.
Ο Ρούντολφ ρωτούσε συνέχεια τον Άγιο-Βασίλη τι κάνει το κάθε μηχάνημα αλλά ο Άγιος-Βασίλης του έλεγε ότι δεν μπορεί εκείνη τι στιγμή να του απάντηση γιατί είχε δουλειά.
Το απόγευμα ο Αι-Βασίλης βρήκε τον Ρούντολφ τον πίρε και πήγαν στο εργαστήρι του. O Άγιος Βασίλης του εξήγησε τι κάνει το κάθε μηχάνημα και το ελαφάκι μας άκουγε προσεκτικά τι του έλεγε ο Αι-Βασίλης.
Την επόμενη μέρα ο Αι-Βασίλης πήγε με το έλκηθρο του και τα ελάφια του να μοιράσουν τα δώρα. Ο Ρούντολφ έλεγε πόσο του αρέσει η πόλη. Φτάσανε στο πρώτο σπίτι και ο Αι-Βασίλης άφησε το δώρο του παιδιού και πήρε τα κεράσματα που του άφησαν τα παιδία. Το ίδιο έγινε και με τα άλλα σπίτια μέχρι που τέλειωσαν.
Την επόμενη μέρα ο Αι-Βασίλης πήγε με το έλκηθρο του και τα ελάφια του να μοιράσουν τα δώρα. Ο Ρούντολφ έλεγε πόσο του αρέσει η πόλη. Φτάσανε στο πρώτο σπίτι και ο Αι-Βασίλης άφησε το δώρο του παιδιού και πήρε τα κεράσματα που του άφησαν τα παιδία. Το ίδιο έγινε και με τα άλλα σπίτια μέχρι που τέλειωσαν.
