

Τα πολύ παλιά χρόνια, τότε που οι άνθρωποι πίστευαν σε μυθικά πλάσματα, σε ξωτικά και σε γοργόνες υπήρχε ένας βασιλιάς, ο Λεοντόκαρδος, ο οποίος μεγάλωνε τις τέσσερις νεραϊδοκόρες του πάνω στα κάτασπρα σύννεφα του ουρανού.
Οι νεράιδες την ημέρα έπαιζαν ξέγνοιαστες μέσα στα καταπράσινα δάση με τα γαλάζια λουλούδια. Το βράδυ επέστρεφαν στον πατέρα τους, ο οποίος τους μιλούσε για όσα κρύβονταν κάτω από τα σύννεφα.










Όταν αυτές μεγάλωσαν αρκετά ο πατέρας τους τις κάλεσε και τους είπε: << Κόρες μου, είναι καιρός να γνωρίσετε τη γη. Βρείτε η κάθε μία κάποια χώρα για να βασιλεύει και να την προστατεύει. Και να θυμάστε, αυτή που θα μου στείλει το ωραιότερο δώρο θα κερδίσει ως έπαθλο το πολύτιμο διαμαντένιο στέμμα της μητέρας σας που προστατεύει τον κάτοχό του από κάθε κακό >>.

Οι νεράιδες φίλησαν με αγάπη τον πατέρα τους και βουτώντας με χάρη μέσα στα κάτασπρα σύννεφα έφτασαν στη γη.
Στη μεγαλύτερη από τις νεραϊδoκόρες άρεσε πολύ η έρημος με τον καυτό ήλιο, τους χουρμάδες και τις καμήλες. Έτσι αποφάσισε να μείνει εκεί και να θαυμάζει τον ήλιο που φωτίζει τα αρχαία μνημεία των πυραμίδων. Στον πατέρα της έστειλε λίγη άμμο που έκλεισε σ'ένα μικρό κουτάκι.


Η δεύτερη διάλεξε να μείνει σε μια χώρα που την σκέπαζε το άσπρο χιόνι. Τα ζώα φορούσαν τις χοντρές γούνες τους και οι άνθρωποι ζούσαν σε μικρά στρογγυλά σπιτάκια. Στον πατέρα της, τι άλλο μπορούσε να στείλει, παρά μια χούφτα χιόνι.


Η τρίτη νεράιδα δεν άργησε να καταλάβει ποια χώρα της άρεσε. Ήταν μια περιοχή που είχε πυκνή - πυκνή βλάστηση και εξωτικά πουλιά. Παντού δέσποζε η άγρια ομορφιά της φύσης! Στον πατέρα της ως δώρο διάλεξε να στείλει ένα πανέμορφο ξωτικό πουλί με γαμψή κόκκινη μύτη και πολύχρωμα φτερά.





Η τέταρτη νεράιδα έμεινε μόνη της και αναρωτιόταν αν θα έβρισκε και κείνη όπως οι αδερφές της την κατάλληλη χώρα. Πίστευε ότι θα ξαναγύριζε άπρακτη στον πατέρα της. Πριν προλάβει, όμως, να τελειώσει τον συλλογισμό της βρέθηκε σε μια πανέμορφη χώρα με ολόχρυσο ήλιο, καταγάλανο ουρανό και βαθυγάλαζη θάλασσα. Αυτή η χώρα δεν ήταν άλλη από την Ελλάδα. Μόνο που δεν ήξερε τι δώρο να στείλει στον πατέρα της.


- Πατέρα μου, του είπε μια μέρα που επισκέφθηκε το ουράνιο παλάτι, δεν έχω να σου στείλω τίποτα. Δεν μπορώ να κόψω ένα κομμάτι από τον γαλανό ουρανό ή να κατεβάσω τον χρυσό ήλιο. Ούτε μπορώ να φυλακίσω την απέραντη γαλήνια θάλασσα και το χαμόγελο των ανθρώπων της. Αν θέλεις έλα μόνος σου να την γνωρίσεις.
Ο πατέρας της γνώρισε όλες τις χώρες που είχαν επιλέξει οι κόρες του. Εντυπωσιάστηκε, όμως, περισσότερο από την επιλογή της τέταρτης κόρης του, γι'αυτό αποφάσισε να της δώσει το στέμμα της μητέρας της.<<Εσύ κορούλα μου ,της έλεγε γλυκά, διάλεξες να ζεις στην ομορφότερη χώρα του κόσμου>> !







ΤΕΛΟΣ
